Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Ἔχουν ὅλες οἱ θρησκεῖες τὸν ἴδιο Θεό;

Ἔχουν ὅλες οἱ θρησκεῖες τὸν ἴδιο Θεό;

Tου π. Δανιήλ Σισόγεφ
«Μὰ γιατί εἶστε τόσο στενόμυαλοι φανατικοί; Γιατί πιστεύετε ὅτι δὲν ὑπάρχει σωτηρία μακριὰ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Ἀφοῦ ὅλοι πιστεύουν στὸν ἴδιο Θεὸ – μουσουλμάνοι, χριστιανοί, ἰουδαῖοι καὶ βουδιστές. Ἡ διαφορὰ ἔγκειται μόνο στὰ διαφορετικὰ τελετουργικά. Γιατί θὰ πρέπει κανεὶς νὰ ἐπιμένει στὴν δική του μοναδικότητα; Πιστεύετε πραγματικὰ ὅτι ὁ δημιουργὸς δὲν δέχεται κοντὰ τοῦ τοὺς ἀλλόθρησκους; Κι ὅμως, δὲν τὸν νοιάζει ποιὸς πιστεύει ποῦ. Τὸ βασικὸ εἶναι νὰ εἶναι καλὸς ἄνθρωπος!»

-Τέτοια λόγια ἔχουν ἀκούσει ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ περισσότερες ἀπὸ ἑκατὸ φορές. Καὶ συχνὰ προέρχονται ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἀπρόσεκτοι ἱερεῖς γιὰ ἄγνωστους λόγους, τοὺς ἐπέτρεψαν νὰ μετέχουν στὴ Θεία Κοινωνία. Καὶ βέβαια, πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ἀρνηθεῖ ὅτι ὑπάρχει μόνο ἕνας Θεός; Ἀφοῦ ἀκόμα καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε: «…οὐδεὶς Θεὸς ἕτερος εἰ μὴ εἷς.» (1) (Πρὸς Κόρ. Ἃ’ 8,4.) Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ μόνος Κύριος τῶν πάντων, Αὐτὸς καὶ μόνο εἶναι ὁ Θεὸς τόσο τῶν ἰουδαίων ὅσο καὶ τῶν ἐθνικῶν [ἢ Ἰουδαίων ὁ Θεὸς μόνον; οὐχὶ δὲ καὶ ἐθνῶν; ναὶ καὶ ἐθνῶν](Πρὸς Ρώμ. 3,29). Ἡ κοινὴ λογικὴ λέει, ὅτι δὲν γίνεται νὰ ὑπάρχουν συγχρόνως δύο Θεοὶ πανταχοῦ παρόντες – δὲν θὰ ὑπῆρχε χῶρος καὶ γιὰ τοὺς δύο καὶ ὁ ἕνας θὰ περιόριζε τὸν ἄλλο. Ἂν ὅμως εἶναι προφανὴς ἀλήθεια ἡ μοναδικότητα τοῦ Θεοῦ, σὲ καμία περίπτωση αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὅλοι γνωρίζουν περὶ αὐτοῦ του Θεοῦ καὶ Τὸν λατρεύουν ὅπως πρέπει. 
Ἡ διατύπωση καὶ μόνο, ὅμως, ὅτι....

 «ὅλοι πιστεύουν σὲ ἕναν Θεὸ» δὲν εἶναι σωστή, γιὰ τὸ λόγο ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ ἀθεϊστὲς στὸν κόσμο – εἴτε κομμουνιστές, εἴτε βουδιστὲς εἴτε ἀκόμα καὶ ὀπαδοὶ τοῦ Σαμανισμοῦ. Ὅλοι αὐτοὶ δὲν πιστεύουν σὲ κανένα Θεό. Ἂν πρέπει ὅμως νὰ μιλήσουμε γιὰ τοὺς ἄλλους, τότε ἀπὸ τὴν παραδοχὴ τῆς πραγματικότητας τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ δὲν συνεπάγεται σὲ καμία περίπτωση, ὅτι οἱ ἄνθρωποι τὸν λατρεύουν.

Τὸ ἀκόλουθο παράδειγμα βοηθάει νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε αὐτό: πολλοὶ γνωρίζουν τὸν πρόεδρο τῆς Ρωσίας, ἀλλὰ συνεπάγεται αὐτόματα ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ξέρουν, τοῦ εἶναι πιστοὶ καὶ καταλαβαίνουν τὶς πράξεις του; Ἔτσι ἀκριβῶς γνωρίζουν πολλὰ δισεκατομμύρια ἀνθρώπων γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ μία μεγάλη πλειοψηφία τὸν ἀντιλαμβάνεται σὰν μία πολὺ μακρινὴ καὶ ἀκατανόητη δύναμη. Γιὰ παράδειγμα στὸ Ἰσλὰμ ἀπαγορεύεται νὰ πεῖς ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἄνθρωπος (ἢ νὰ ζωγραφίσεις τὸν Ἀλλὰχ σὰν πρόσωπο). Εἶναι περισσότερο κάτι ποὺ παρέχει τὸ Νόμο, τιμωρεῖ καὶ ἐπιβραβεύει κατὰ τὴ θέλησή του. Τὸ ἴδιο καὶ τὸ Ἄϊν Σὸφ τῆς ἰουδαϊκῆς Καμπάλα: δὲν ἀναγνωρίζεται καὶ δὲν ἀναγνωρίζει τίποτα (2). Εἶναι κάπως σὰν τὴν Θέμιδα (3) τῶν Ἑλλήνων, ἢ σὰν ἕναν Θεὸ ποὺ φανερώθηκε ἀπὸ μόνος του στὴ Βίβλο. Εἶναι σὰν τὸ φῶς τῆς πολὺ ἀπομακρυσμένης φωτιᾶς, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ζεστάνει καμιὰ ψυχή.

Καὶ αὐτὴ ἡ ἔννοια εἶναι στὴν πραγματικότητα πανανθρώπινη. Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ἡ ?ὁμολογία πίστεως? ἑνὸς μικροαστοῦ εἶναι: «Λοιπόν, ὑπάρχει κάτι. Ἀλλὰ τί, αὐτὸ δὲν τὸ ξέρω». Μὲ αὐτὸ τὸ ?κάτι? συνήθως συνδέεται ἡ ἔννοια τῆς δικαιοσύνης. Γι’ αὐτὸ σὲ κάθε ἀδικία λέμε: «Ἂν ὑπῆρχε Θεός, θὰ τὸ ἐπέτρεπε κάτι τέτοιο;». Μπορεῖ ὅμως νὰ χαρακτηρίσει κανεὶς μία τέτοια ὁμολογία λογική; Φανταστεῖτε ὅτι σᾶς προτείνει κάποιος νὰ παντρευτεῖτε μία γυναίκα γιὰ τὴν ὁποία δὲν ξέρετε τίποτα. Καὶ ὅταν ρωτήσετε «Ποιὰ εἶναι;», νὰ σᾶς ἀπαντήσουν: «Εἶναι δίκαιη καὶ δὲν τὴν γνωρίζει κανείς». Μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἀρκετὴ μία τέτοια ἀπάντηση;

Κι ὅμως ἡ πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων ξέρει γιὰ τὸν Θεὸ πολὺ λιγότερα ἀπ’ ὅτι ἕνας ἐργοδότης γιὰ τὸν καινούριο ἐργαζόμενο ποὺ προσλαμβάνει. Καὶ τότε σκέφτεται κανείς– γιὰ τοὺς δικούς του λόγους ὁ καθένας– ὅτι αὐτὴ ἡ ἐμφανὴς ἄγνοια ἀρκεῖ γιὰ νὰ σωθεῖ; Ἐπιπλέον αὐτὴ ἡ ἄγνοια δὲν ἔχει νὰ κάνει καθόλου μὲ τὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ μάθουν γιὰ τὸ Θεό, ἀλλὰ ἀντίθετα μὲ τὸ ὅτι δὲν τὸ ἐπιθυμοῦν.

Αὐτὸ συμβαίνει ἀκριβῶς ὅπως καὶ στὸ Εὐαγγέλιο προηγουμένως. Οἱ ἄνθρωποι προτιμοῦν, ἀντὶ νὰ πᾶνε στὸ δεῖπνο τοῦ Θεοῦ, νὰ χασομεροῦν στοὺς κήπους τους καὶ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ οἰκογενειακὰ ἢ τὰ κοινωνικὰ ζητήματα. Εἶναι πραγματικὰ τόσο ἀφελεῖς στὴν πίστη τους ὥστε νὰ πιστεύουν ὅτι ὁ Θεὸς παίρνει μαζί Του αὐτοὺς ποὺ δὲν Τὸν ἀγάπησαν καὶ Τὸν σεβόντουσαν ἐλάχιστα; «Σίγουρα δὲν εἶναι μικρότερη ἱεροσυλία τὸ νὰ μὴ γνωρίζεις τὸν Πατέρα καὶ Κύριο τῶν πάντων, ἀπ’ ὅτι νὰ τὸν προσβάλλεις», ἔλεγε ὁ Μ. Μινούκιος Φήλιξ.

Μόνο στὸν Ὀρθόδοξο Χριστιανισμὸ ὁ ἄνθρωπος πλησιάζει τόσο πολὺ τὴ Θεϊκὴ ζωή, ποὺ βλέπει τὴ μυστηριώδη φλόγα τῆς τριαδικῆς ἀγάπης.
Ἀναρωτιέται ὅμως συχνὰ κανείς: «Μὰ δὲν ὑπάρχουν τίμιοι ἄνθρωποι σὲ ἄλλες θρησκεῖες; Εἶναι ἀλήθεια ὅτι καὶ αὐτοὶ θὰ πεθάνουν;».

Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση μᾶς ἀρέσει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ἡ λανθασμένη γνώση γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι χειρότερη ἀπὸ τὴν ἄγνοια. Διότι αὐτὸς ποὺ ἀγνοεῖ μπορεῖ νὰ συνειδητοποιήσει τὴν δυσμένειά του καὶ νὰ βαπτισθεῖ στὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς ὅμως ποὺ πιστεύει στὸ ψέμα του δὲν θέλει νὰ ψάξει, πιστεύει ὅτι τὰ ἔχει ἤδη ὅλα.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὴ καθημερινὴ ζωή. Ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἔχει χάρτη, ἔχει περισσότερες πιθανότητες νὰ φτάσει στὸν προορισμό του, ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἕναν λανθασμένο χάρτη. Ἕνας ἀμελὴς γιατρός, ποὺ ἁπλὰ δὲν κάνει καλὰ τὴ δουλειά του, εἶναι προτιμότερος ἀπὸ ἕναν πραγματικὸ τσαρλατάνο. Στὴ δεύτερη περίπτωση ὁ ἄρρωστος δὲν ἔχει καμιὰ ἐλπίδα. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τὴν πίστη στὸ Θεό. Ὁ πεπεισμένος ἀλλόθρησκος δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ δεῖ τὸ φῶς, χωρὶς τὴν ἄμεση ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι λέει ὁ Κύριος: «Γνωρίζω τὰ ἔργα σου, ὅτι οὔτε κρύος εἶσαι οὔτε ζεστός. Μακάρι νὰ ἤσουν κρύος ἢ ζεστός! Ἐπειδὴ ὅμως εἶσαι χλιαρὸς καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε κρύος, θὰ σὲ φτύσω ἀπὸ τὸ στόμα μου. Καὶ ἐσὺ λές: Εἶμαι πλούσιος καὶ τὰ ἔχω ὅλα καὶ δὲν χρειάζομαι τίποτα! Καὶ δὲν ξέρεις, ὅτι εἶσαι ἐλεεινὸς καὶ ἀξιολύπητος, φτωχός, τυφλὸς καὶ γυμνός. Σὲ συμβουλεύω νὰ ἀγοράσεις ἀπὸ μένα χρυσάφι καθαρισμένο στὴ φωτιὰ γιὰ νὰ πλουτίσεις, καθὼς καὶ ροῦχα λευκὰ γιὰ νὰ ντυθεῖς καὶ νὰ μὴ φανερωθεῖ ἡ ντροπὴ τῆς γύμνιας σου, κι ἐπίσης κολλύριο γιὰ ν’ ἀλείψεις τὰ μάτια σου, ὥστε νὰ βλέπεις» [οἶδα σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἰ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ἢς ἢ ζεστός, οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἰ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σὲ ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου. Ὅτι λέγεις ὅτι πλούσιος εἰμὶ καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδενὸς χρείαν ἔχω, - καὶ οὐκ οἶδας ὅτι σὺ ὁ ταλαίπωρος καὶ ὁ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός, -συμβουλεύω σοὶ ἀγορᾶσαι πὰρ΄ ἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρὸς ἴνα πλουτήσης, καὶ ἱμάτια λευκὰ ἴνα περιβάλη καὶ μὴ φανερωθῆ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου, καὶ κολλύριον ἴνα ἐγχρίση τοὺς ὀφθαλμούς σου ἴνα βλέπης.] (Ἀποκάλ. 3, 15-18).

Ἀκριβῶς αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὶς λανθασμένες θρησκεῖες. Ὅσο πιὸ πολὺ εἶναι βουτηγμένος ὁ ἄνθρωπος σὲ μία λάθος παράδοση τόσο πιὸ δύσκολο εἶναι νὰ ξεφύγει ἀπὸ αὐτή. Ἡ πράξη τῆς ἱεραποστολῆς ἀποδεικνύει ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ στρέφονται πιὸ συχνὰ στὸ Θεὸ εἶναι ὅσοι, ἀπὸ τὴ μία μεριά, δὲν ἔχουν χάσει ἀκόμα τὸ αἴσθημα τῆς ἀλήθειας καί, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴ λανθασμένη πίστη τους. Μάλιστα τὸ Εὐαγγέλιο δὲν τὸ δέχθηκαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι, ἀλλὰ οἱ ἁπλοὶ ψαράδες. Γι’ αὐτὸ δὲν συστήνεται νὰ ἐπιδοκιμάζουμε τὸν θρησκευτικὸ ζῆλο τῶν ἰουδαίων ἢ τῶν μουσουλμάνων, ἀλλὰ νὰ προβάλλουμε ὅλη τὴν ἀνοησία τῆς πλάνης τους, ὅπως τὸ ἔκαναν οἱ ἅγιοι. Εἶναι λάθος πράξη νὰ τοὺς εὐχόμαστε στὶς γιορτές τους καὶ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ ὑποστηρίζουμε περισσότερο τὴν ἁμαρτωλή τους ἐπιμονή.

Σὲ ἕνα βιβλιαράκι ἔδωσε κάποιος ἕνα παράδειγμα κατὰ τὸ ὁποῖο ἕνας Τάταρος ἀπηύθυνε σὲ ἕναν ἱερέα τὴν ἐρώτηση: «Τί πρέπει νὰ κάνω ὅταν οἱ ἀδερφοί μου μὲ πιέζουν νὰ πάω στὸ τζαμί;». Τί θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσει ἕνας σωστὸς ἱερέας σὲ μία τέτοια περίπτωση; Φυσικά, «Ἐγκατάλειψε τὸ Ἰσλὰμ βαπτίσου καὶ πήγαινε στὸ μοναστήρι, ἐὰν θέλεις πιὸ γρήγορα νὰ εὐχαριστήσεις τὸν Κύριο». Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἱερέας ἀπάντησε: «Πήγαινε στὸ τζαμὶ δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ ὑπάκουσε στὸν ἰμάμη». Ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου κρίνει αὐτὴ τὴ συμβουλὴ σχεδὸν ὡς ἡρωισμὸ (ὄχι τυχαία ὁ ἰμάμης ἐπιδοκίμασε αὐτὸν τὸν ψευδοβοσκό), στὴν πραγματικότητα ὅμως εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνο ἀτιμία. Λόγω τοῦ κακῶς ἐννοούμενου ἀνθρωπισμοῦ ἔριξε ὁ ἱερέας τὸν καημένο τὸν ἄνθρωπο σὲ μία πιὸ μεγάλη πλάνη καὶ τὸν καταδίκασε σὲ αἰώνια πτώση. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γνώριζε, ὅτι «ὅποιος πιστεύει στὸν Υἱό, αὐτὸς ἔχει τὴν αἰώνια ζωή. Ὅποιος δὲν πιστεύει στὸν Υἱό, αὐτὸς δὲν θὰ δεῖ τὴν ζωή, ἀλλὰ θὰ πέσει πάνω του ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ»; [ὁ πιστεύων εἰς τὸν υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον· ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ υἱῶ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἂλλ΄ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἒπ΄ αὐτόν.] (Ἰωάν. 3, 36). Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἀξίζει νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸ ἐρώτημα, ἂν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶναι καλός, ἀνεξαρτήτως πίστεως. Καὶ τί σημαίνει τελικὰ «νὰ εἶναι καλός»;

Ποιὰ εἶναι τὰ κριτήρια τῆς συνείδησης; Ἕνας ἀλκοολικὸς θεωρεῖ ἕναν ὅμοιό του καλὸ ἄνθρωπο, ἐνῶ ἡ γυναίκα τοῦ ἔχει ἀντίθετη ἄποψη. Λένε οἱ ἄνθρωποι ὅτι, «εἶναι καλὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν κάνει τίποτα κακὸ στὸν διπλανό του» ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι ὁρισμός. Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση δὲν διαπιστώνουμε τί εἶναι "καλὸ" καὶ τί "κακό". Σύμφωνα μὲ τὸν μέθυσο εἶναι κακὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν τοῦ δίνει νὰ πιεῖ, ἀλλὰ οἱ διπλανοί του σκέφτονται διαφορετικά. Ποιὰ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀλήθεια; Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἕνας συνηθισμένος κορμὸς δέντρου δὲν κάνει σὲ κανέναν κακό, εἶναι ὅμως γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἕνα παράδειγμα ἀρετῆς;

Ἐπίσης ἡ συνείδηση συχνὰ λέει ψέματα, καὶ πάρα πολὺ τὴν "βοηθάει" σ’ αὐτὸ μία λάθος θρησκεία. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς προφήτεψε: «Ἔρχεται μάλιστα ὥρα ποὺ ὅποιος σᾶς σκοτώσει, θὰ νομίσει πὼς προσφέρει ὑπηρεσία στὸ Θεό. Καὶ θὰ τὰ κάνουν αὐτά, γιατί δὲ γνώρισαν τὸν Πατέρα οὔτε ἐμένα» [ἂλλ΄ ἔρχεται ὥρα ἴνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξη λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῶ. Καὶ ταῦτα ποιήσουσιν, ὅτι οὐκ ἔγνωσαν τὸν πατέρα οὐδὲ ἐμέ.] ( Ἰωάν. 16, 2-3). Καὶ οἱ Χριστιανοὶ εἶδαν πολλὰ ἀνάλογα παραδείγματα ἀπὸ τὶς ἀπαρχὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Γνωρίζουμε ὅτι ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους ποὺ δὲν πιστεύουν στὸν Πατέρα καὶ στὸν Υἱὸ- ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ Μουσουλμάνοι- ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι σκοτώνουν τοὺς Χριστιανοὺς ἔχοντας τὴν ἐντύπωση πὼς ἔτσι ἐκπληρώνουν τὸ θρησκευτικό τους καθῆκον. Αὐτὸ ξεκίνησε τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Στεφάνου (4) καὶ συνεχίζεται μέχρι τὶς μέρες μας. Τὸ παράδειγμα τοῦ ἀρχιερέα Ἀνατολίου καὶ τοῦ στρατιώτη Εὐγενίου Ροντιόνωφ οἱ ὁποῖοι δολοφονήθηκαν πρὶν λίγο καιρὸ στὴν Τσετσενία, δείχνει ὅτι ὁ ἴδιος λόγος (ἄρνηση τῆς Ἁγίας Τριάδας) ὁδηγεῖ στὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο μόνο ἡ συνείδηση καὶ ἡ θρησκεία δὲν εἶναι κριτήρια τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ.

Ποιὸ εἶναι ὅμως τὸ σωστὸ κριτήριο γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό; Ἡ ἀπάντηση εἶναι προφανής: Καλὸ εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖο ὁ Δημιουργὸς θεωρεῖ καλό. Ἔτσι, ὅπως οἱ ὁδηγίες χρήσεως γιὰ μία συσκευὴ εἶναι οἱ πιὸ ἀξιόπιστες, ἀφοῦ γράφτηκαν ἀπὸ τὸν κατασκευαστή της. Γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς εἶναι ἀκόμα πιὸ προφανές, διότι γνωρίζουμε ὅτι οἱ ἀρετὲς εἶναι ἄπειρα χαρακτηριστικά του Θεοῦ. Ἔτσι ὁτιδήποτε δὲν ἐναντιώνεται στὴ θέληση τοῦ Θεοῦ εἶναι καλό, καὶ ὁτιδήποτε ἐναντιώνεται σ’ αὐτὴν εἶναι κακό. Ἀλλὰ τώρα ἐπιστρέφουμε στὴν ἐρώτηση, «οἱ τίμιοι ἄνθρωποι ἄλλων θρησκειῶν μποροῦν νὰ σωθοῦν;». Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ ὁρίσει, ἐὰν μία τίμια συμπεριφορὰ εἶναι καλὴ καὶ μία ἄλλη ὄχι; Ἐρχόμαστε πάλι πίσω στὴν ἐρώτηση, ἐὰν ὑπάρχουν πραγματικὰ κριτήρια τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, διότι ἡ τιμιότητα καὶ ἡ ἀτιμία εἶναι ἐντελῶς ὑποκειμενικὰ πράγματα.

Ἐὰν συμφωνοῦμε, ὅτι τὸ καλὸ εἶναι ἡ ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ κακὸ ἡ μὴ ἐκπλήρωσή του, τότε ἔχουμε τὴν ἀπάντηση στὸ χέρι μας. Ἡ παραμονὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ θρησκευτικὴ παράδοση, ἡ ὁποία δὲν δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ τὸν ἴδιο, εἶναι ἁμαρτία. Ἀπὸ τὴν πρώτη ἐκ τῶν δέκα ἐντολῶν, ποὺ δόθηκαν στὸν Μωυσῆ, συμπεραίνουμε ὅτι ὁ Κύριος ἀποκηρύσσει τὶς ἄλλες θρησκευτικὲς διδασκαλίες: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Κύριος, ὁ Θεός σου, αὐτὸς ποὺ σὲ ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴ γῆ τῆς Αἰγύπτου, ἀπὸ τὴ γῆ τῆς δουλείας. Δὲν θὰ πρέπει νὰ ἔχεις ἄλλους Θεοὺς ἐκτὸς ἀπὸ Ἐμένα» (2. Μωυσῆς 20,2-3) [ἐγὼ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, ὅστις ἐξήγαγον σὲ ἐκ γὴς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας. οὐκ ἔσονται σοὶ θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ. ] (Ἔξοδος 20, 2-3)

Γι’ αὐτὸ θὰ πρέπει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ πιστεύουν ὅτι τὸ κριτήριο γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ εἶναι ὁ δεκάλογος, νὰ ἀναλογιστοῦν, ὅτι κανένας ἀθεϊστὴς ἢ ἀλλόθρησκος δὲν θὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν "ὀργὴ τοῦ Θεοῦ." Καὶ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπάντησε στὴν ἐρώτηση: «Τί πρέπει νὰ κάνουμε, γιὰ νὰ κάνουμε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ;», ὅτι «αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, νὰ πιστεύετε σ’ ἐκεῖνον ποῦ ἔστειλε Αὐτὸς» [τί ποιῶμεν ἴνα ἐργαζώμεθα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο ἐστὶ τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ, ἴνα πιστεύσητε εἰς ὂν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος.] (Ἰωὰν . 6, 28-29).

Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς κάλεσε νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ πιστέψουμε στὸ Εὐαγγέλιο (δὲς κατὰ Μὰρκ 1, 15)[ καὶ λέγων ὅτι πεπλήρωται ὁ καιρὸς καὶ ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ· μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίω], καὶ ὅποιος παραμένει ἀμετανόητος (παρ’ ὅλο ποὺ τοῦ ἔχει ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἀλήθεια), εἶναι δική του ἐπιλογή, ποὺ θὰ ἀποκοπεῖ ὡς ἄκαρπο δένδρο (δὲς κατὰ Λοὺκ 3, 9)[ ἤδη δὲ καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ρίζαν τῶν δένδρων κεῖται· πᾶν οὒν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται]. Ὁ Κύριος κάλεσε ὅλα τὰ ἔθνη νὰ βαπτιστοῦν στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος [πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,] (κατὰ Μάτθ. 28, 19) καὶ «ἂν δὲ γεννηθεῖ κανεὶς ἀπὸ τὸ νερὸ καὶ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα, δὲν μπορεῖ νὰ μπεῖ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ» [ἐὰν μὴ τὶς γεννηθῆ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.] (κατὰ Ἰωάν. 3, 5). Ὁ Λυτρωτὴς ὁ ἴδιος, καὶ ὄχι οἱ "φανατικοὶ" Ὀρθόδοξοι, βεβαίωσε: «Ὅποιος πιστέψει καὶ βαφτιστεῖ θὰ σωθεῖ, ὅποιος ἀπιστήσει θὰ καταδικαστεῖ» [ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεῖς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται.] (κατὰ Μάρκ. 16, 16)

Ὁ Κύριος τῶν πάντων εἶπε: «Σᾶς βεβαιώνω, πὼς ἂν δὲ φᾶτε τὴ σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου καὶ δὲν πιεῖτε τὸ αἷμα Του, δὲν ἔχετε ζωὴ μέσα σᾶς» [ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἐαυτοῖς.] (κατὰ Ἰωάν. 6, 53). Σ’ ἐμᾶς ὑπάρχει ἡ ἐντύπωση ὅτι σώζεται κανεὶς μόνο μέσα ἀπὸ μία ἀβέβαιη καλὴ κατάσταση χωρὶς τὴν Θεία Κοινωνία.

Θέλουν νὰ μᾶς ἀπαντήσουν οἱ ἀντιφρονοῦντες, ποιὸν πρέπει νὰ πιστέψουμε – τοὺς ἀνθρώπους ἢ τὸ Θεό; Ὁ Χριστὸς λέει τὸ ἕνα καὶ οἱ ἀνθρωπιστὲς τὸ ἄλλο. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ λέει, ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ Μουσουλμάνοι, οἱ Βουδιστὲς καὶ αὐτοὶ ποὺ πιστεύουν στὴ Θεωρία τῆς Ἐξέλιξης, οἱ ὁποῖοι ἀπαρνήθηκαν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, θὰ ὑποστοῦν τὴν ὀργή Του καὶ οἱ φιλελεύθεροί μας πιστεύουν ὅτι ὅλοι θὰ σωθοῦν. Γιατί πρέπει νὰ τοὺς πιστέψουμε; Μήπως ἦταν σύμβουλοι τοῦ Θεοῦ καὶ μποροῦν νὰ διορθώνουν τὸν Δημιουργό; Αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ ξεδιάντροπη ἐπανάσταση τῶν θνητῶν ἠλιθίων ἐναντίον τῆς Ἀθάνατης Σοφίας τοῦ Θεοῦ! Αὐτοὶ εἶναι οἱ μοντέρνοι ψευδοπροφῆτες, γιὰ τοὺς ὁποίους ἑτοιμάζεται ἡ τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Ὄχι, ἀκόμα καὶ ἂν πολλοὶ πιστεύουν στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, θὰ σωθοῦν μόνο ἐκεῖνοι, ποὺ γνωρίζουν τὸ Θεό, ἀκουμπᾶνε πάνω Του, Τοῦ εἶναι πιστοί, Τὸν ἀγαποῦν. Μὲ δύο λόγια, γιὰ νὰ σωθεῖ κάποιος, εἶναι ἀπαραίτητο καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ γνωρίσει τὸ Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς νὰ ἀναγνωρίσει τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως εἶναι γραμμένο: «Γνωρίζει ὁ Κύριος τους δικούς Του»[ ἔγνω Κύριος τους ὄντας αὐτοῦ], κι ἐπίσης: «Νὰ στέκεται μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀδικία ὁ καθένας ποὺ ὁμολογεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου» [καὶ ἀποστήτω ἀπὸ ἀδικίας πᾶς ὁ ὀνομάζων τὸ ὄνομα Κυρίου.](Τιμόθεος Β 2, 19). Καὶ ὁ Θεὸς γνωρίζει σὰν δικούς του μόνο ἐκείνους στοὺς ὁποίους βλέπει τὸν Υἱὸ Τοῦ (τὸν Ὁποῖο ἐνδύονται μὲ τὴ Βάπτιση καὶ τὴν Κοινωνία) καὶ ἐκείνους ποὺ φέρουν τὴν εὐλογία τοῦ Πνεύματός Του.
http://orthodoxia-ellhnismos.blogspot.com/2010/12/blog-post_12.html

Χρήσιμες συμβουλές για τον προσερχόμενο στο Ιερό υστήριο της Εξομολογήσεως

Χρήσιμες συμβουλές για τον προσερχόμενο στο Ιερό υστήριο της Εξομολογήσεως

1. Ἡ ἐξομολόγηση ἀποτελεῖ μυστήριο τῆς ᾽Εκκλησίας. Ὅπως εἶναι τό βάπτισμα, τό χρίσμα, ἡ Θεία Εὐχαριστία, τό ἴδιο συμβαίνει καί ἐδῶ. Εἶναι σάν μιά βρύση πού ὅταν ἀνοίγει προσφέρει τήν χάρη τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁδηγεῖ τόν πιστό στό σημεῖο ἐκεῖνο ὥστε νά δεχθεῖ τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πού αὐτό κυρίως εἶναι ῾῾εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον᾽᾽. Ὁ ἐξομολογούμενος ἄρα ἔρχεται σέ ἄμεση σχέση μέ τόν ἴδιο τόν Χριστό. Σ᾽ ᾽Εκεῖνον στήν
πραγματικότητα ἐξομολογεῖται, γι᾽ αὐτό καί δέν ἔχει νόημα νά μήν εἶναι εἰλικρινής. Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι βρύση, τήν κάνουλα ὅμως πού ἀνοίγει τή βρύση τήν ἔχει στά χέρια του ὁ ἐξομολογούμενος. ῎Ετσι στό μυστήριο αὐτό δέν παίζει ρόλο τόσο ὁ ἐξομολόγος ὅσο ὁ ἐξομολογούμενος.

2. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ προσερχόμενος στό μυστήριο δέν ἔρχεται ἀπροετοίμαστος. Πρέπει νά ἔχει προηγηθεῖ ἡ μετάνοιά του, δηλαδή ἡ συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν του καί ἡ ἀπόφαση ἀλλαγῆς του, ἡ ὁποία θά καταλήξει στήν ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν ἐν ταπεινώσει ἐνώπιον τοῦ ἱερέα. Ὁ ἱερέας ἔχει τήν ἐξουσία ἀπό τόν Χριστό καί τήν ᾽Εκκλησία νά γίνεται ὄργανο τοῦ Χριστοῦ γιά τήν παροχή τῆς χάρης τῆς ἀφέσεως. Ὁ ἱερέας ἔτσι δέν εἶναι οὔτε εἰσαγγελέας οὔτε δικαστής. Εἶναι ὁ μάρτυρας τῆς μετανοίας τοῦ πιστοῦ, πού χαίρεται γι᾽ αὐτήν ἀκριβῶς τή μετάνοια, ὅπως ἀκριβῶς χαίρεται ὁ Θεός καί ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος γιά τόν ἴδιο λόγο. ῎Αλλωστε καί ὁ ἴδιος ἐξομολογεῖται σέ ἄλλον ἱερέα.



3. Ὁ μετανοημένος λοιπόν πιστός ἔχει ἐξετάσει τόν ἑαυτό του α) ὡς πρός τή σχέση του μέ τόν ἴδιο τόν Θεό: ἄν Τόν ἀγαπᾶ, ἄν συνεπῶς Τόν σκέπτεται, ἄν προσεύχεται, ἄν ἐκκλησιάζεται, ἄν προσπαθεῖ γενικῶς νά τηρεῖ τό ἅγιο θέλημά Του· β) ὡς πρός τήν σχέση του μέ τόν συνάνθρωπο: ἄν καί αὐτόν τόν ἀγαπᾶ καί τόν σέβεται, ἄν δέν τόν κατακρίνει, ἄν δέν τόν ὑβρίζει, ἄν δέν σκέπτεται πονηρά γι᾽ αὐτόν κλπ.· γ) ὡς πρός τόν ἑαυτό του: ἄν σέβεται καί τό σῶμα του καί τήν ψυχή του ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν τόν καταστρέφει καί τόν φθείρει μέ ποτά, τσιγάρα κ.ἄ., ἄν ἔχει τήν πίστη στή ζωή του πού ζητᾶ ὁ Θεός. 
Μέ ἄλλα λόγια τό βασικό κριτήριο μέ τό ὁποῖο ἐλέγχει τήν ζωή του εἶναι ἡ ἀγάπη, ἀπό τήν τήρηση τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἡ ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό ἤ ὄχι. Γι᾽ αὐτά ὅλα μετανοεῖ καί παρακαλεῖ τόν Θεό νά τόν συγχωρήσει καί νά τόν βοηθήσει νά μήν τά ἐπαναλάβει. ῎Αν τυχόν ἀργότερα γιά λόγους ἀδυναμίας ἁμαρτήσει καί πάλι, καί πάλι θά ἀκολουθήσει τήν ἴδια διαδικασία. Ὁ Θεός δέν ῾βαριέται᾽ νά μᾶς συγχωρεῖ, γιατί μᾶς ἀγαπάει. Εἶναι ὁ Πατέρας μας.



4. Προσοχή λοιπόν! ᾽Εξομολογούμαστε τίς δικές μας ἁμαρτίες καί ὄχι τίς ἁμαρτίες ἄλλων. Καί ὁμολογοῦμε τίς ἁμαρτίες χωρίς περιστροφές, δικαιολογίες καί ἱστορίες. Ἡ προσπάθεια νά δικαιολογήσουμε τίς ἁμαρτίες μας δείχνει ὅτι στήν πραγματικότητα δέν ἔχουμε μετανοήσει γι᾽ αὐτές. Στήν περίπτωση αὐτή καί ὁ ἐξομολογούμενος δέν ἀναπαύεται ψυχικά, ἀλλά καί ὁ ἱερέας καταπονεῖται. Διότι ἀκριβῶς δέν γίνεται σωστή ἐξομολόγηση.



5. Δέν εἶναι σωστό λοιπόν νά μακρηγορεῖ κανείς στήν ἐξομολόγηση. Ὁμολογοῦμε σύντομα τίς ἁμαρτίες μας, μέ μετάνοια καί συναίσθηση, καί δεχόμαστε μέ ἐμπιστοσύνη τίς ὅποιες συμβουλές τοῦ ἐξομολόγου. ᾽Ιδιαιτέρως, δέν χρειάζεται ἀνάλυση στίς σαρκικές λεγόμενες ἁμαρτίες. Τίς ὁμολογοῦμε μέ λιτό καί ἐπιγραμματικό τρόπο. Γι᾽ αὐτό καί δέν εἶναι ἐπιτρεπτό νά καθυστερεῖ κανείς στό ἐξομολογητήριο. ῎Αν ὑπάρχει κάποιο ἰδιαίτερο πρόβλημα πρός συζήτηση, θά πρέπει νά ἀντιμετωπιστεῖ κάποια ἄλλη ὥρα πέραν τῆς ἐξομολογήσεως, καί ὁπωσδήποτε ὄχι πρό τῶν μεγάλων ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων καί τοῦ Πάσχα. Τό πρόγραμμα τοῦ ἱερέα τότε εἶναι ἀρκετά βαρυμένο.
 http://pgdorbas.blogspot.gr

Ο Ιερεύς και η Προσκομιδή

Ο Ιερεύς και η Προσκομιδή

Σ᾽ ένα μοναστήρι ζούσε ένας ευλαβέστατος Ιερεύς.
Ολιγογράμματος ήταν ο Ιερεύς, αλλά κληρικός δυνατής πίστεως, μεγάλης αρετής και πολλών πνευματικών αγώνων. Παρέμενε στην Προσκομιδή όρθιος για πολλές ώρες, παρ’ όλο πού είχαν ανοίξει οι φλέβες των ποδιών του και έτρεχαν. 
Πολλές φορές φαίνονταν τα αίματα, πού έτρεχαν κάτω στο έδαφος από την ορθοστασία για την μνημόνευση των πολλών ονομάτων. Μέχρι τελευταίας στιγμής άνθρωπος Θυσίας και μάλιστα εκοιμήθη αμέσως μετά από Θεία Λειτουργία.
Όπως ήταν ολιγογράμματος, από κάποια παρανόησι τρόπον τινά, δεν τοποθετούσε κανονικά τις μερίδες στον Άγιο Δίσκο.
Όταν τοποθετούμε τη μερίδα της Ύπεραγίας Θεοτόκου πάνω στον Άγιο Δίσκο, λέμε: “Παρέστη η Βασίλισσα εκ δεξιών Σου…” Ο γέροντας Ιερεύς νόμιζε ότι, αφού λέγει “εκ δεξιών Σου”, πρέπει να τοποθετείται η μερίδα της Παναγίας δεξιά του Αμνού (όπως κοίταζε τον Άγιο Δίσκο)· δηλαδή τοποθετούσε ανάποδα τις μερίδες.
Κάποτε επισκέφθηκε την Ιερά Μονή ένας Αρχιερεύς, για να χειροτόνηση έναν διάκονο. Στους Αίνους μπαίνει ο Αρχιερεύς στο Ιερό Βήμα, ντύνεται και εν συνεχεία πηγαίνει στην Προσκομιδή, η οποία έχει ήδη ετοιμασθεί μέχρι κάποιου ορισμένου σημείου, και από κει και υστέρα συνεχίζει ο Αρχιερεύς πρώτος τις μνημονεύσεις, αυτός και μόνον αυτός.
Πρόσεξε, λοιπόν, ο Αρχιερεύς εκείνος ότι τις μερίδες τις είχε τοποθετήσει ανάποδα ο ιερεύς.
ΠΡΟΣΦΟΡ¨Α-Δεν τις έβαλες καλά, πάτερ μου, τις μερίδες, του είπε.
Για έλα εδώ, πάτερ. Η Παναγία μπαίνει από ‘δω και τα Τάγματα μπαίνουν από ‘κει. Δεν σου το είπε κανένας, δεν σε είδε κανένας πώς κάνεις την Προσκομιδή;
-Ναι, Σεβασμιώτατε, απάντησε ο γέροντας Ιερεύς. Κάθε μέρα, πού λειτουργώ (διότι δεν υπήρξε ήμερα, που να μη λειτουργήση), με βλέπει ο Άγγελος διάκονος μου, αλλά δεν μου είπε τίποτα. 
Συγγνώμη, που σαν αγράμματος που είμαι, έκανα τέτοιο λάθος· θα προσέχω από τώρα και στο εξής.
-Ποιος; ποιος είπες ότι σε υπηρετεί εδώ; ρώτησε ο επίσκοπος. Δεν σε υπηρετεί μοναχός;
-Όχι, είπε ο ιερεύς, Άγγελος Κυρίου.
Βουβάθηκε ο επίσκοπος, τί να πή;! Έμεινε κατάπληκτος και βέβαια κατάλαβε ότι μπροστά του είχε έναν αγιασμένο κληρικό.
Το μεσημέρι, μετά την τράπεζα, ο επίσκοπος αποχαιρέτησε τον Ηγούμενο και τους υπολοίπους μοναχούς και αναχώρησε.
Την άλλη ήμερα, νύχτα ακόμη, όταν πήγε όπως πάντα ο γέροντας Ιερεύς στο Άγιο Βήμα, για να κάνη την Προσκομιδή, κατέβηκε κι ο Άγγελος Κυρίου. Ενώ προσκομούσε, παρατήρησε ο Άγγελος πώς ο ιερεύς έβαλε σωστά τις μερίδες.
-Ωραία, του είπε, πάτερ! Τώρα τα έβαλες σωστά!
-Ναι, εσύ ήξερες το λάθος μου, πού έκανα τόσα χρόνια! Και γιατί δεν μου το έλεγες, γιατί δεν με διόρθωσες; ρώτησε.
-Το έβλεπα, αλλά εγώ δεν έχω τέτοιο δικαίωμα. Δεν είμαι άξιος να διορθώνω ιερέα. Εγώ, συνέχισε ο Άγγελος, έχω εντολή από τον Θεό να διακονώ και να υπηρετώ τον ιερέα.
 (Το γεγονός μου διηγήθηκε ο μακαριστός Γέροντας Γαβριήλ, ο όποιος για πολλά χρόνια ήταν και Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Διονυσίου στο Άγιον Όρος)

Άγνωστος ο Χριστός

Άγνωστος ο Χριστός

Ο ΚΥΡΙΟΣ«…Καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω» (Ἰω. 1,10)  Κυριακὴ Πάσχα (Ἰω. 1,1-17)
Τί εἴμαστε, ἀγαπητοί μου, σήμερα; ὄχι ἀπὸ πλευρᾶς μορφώσεως, ἀξιωμάτων, πλούτου καὶ θησαυρισμοῦ, ἀλλ᾿ ἀπὸ πλευρᾶς πνευματι­κῆς, ἀπ᾽ ὅπου κυρίως πρέπει νὰ κρίνεται καν­είς; τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος; Ἐμένα ρωτᾶτε; ρωτῆ­στε τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς σας, καὶ θ᾽ ἀ­κούσετε τὸ γραφικό, «σκώληξ» εἶνε ὁ ἄνθρωπος (Ἰὼβ 25,6)· καὶ τὸ ἐκκλησιαστικό, «σκωλήκων βρῶμα» (Νεκρ. ἀκολ., μακ.), ἐκεῖ καταντᾷ. Ἐν τούτοις ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα μᾶς φωνάζει νὰ γίνουμε ἀετοί. Ἀπὸ σκώληκες ἀετοί; εἶνε δυνατὴ αὐτὴ ἡ μεταλλαγή; Καὶ ὅμως γίνεται.
Ἀετὸς εἶνε σήμερα ὁ εὐαγγελιστὴς ποὺ ἀ­κούσαμε. Σὲ ὡραῖες βυζαντινὲς εἰκόνες στὸ Ἅγιον Ὄρος θὰ δῆτε ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ζωγραφίζεται μὲ
σύμβολο δίπλα του τὸν ἀετό. Γιατί; Διότι οἱ ἄλλοι εὐαγγελισταὶ (ὁ Ματθαῖος, ὁ Μᾶρκος κι ὁ Λουκᾶς) ἀρχίζουν τὴν ἱστορία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν ἐν χρό­νῳ σάρκωσι, ἀλλὰ ὁ Ἰωάννης ἀρχίζει ἀπὸ ἕνα μεγάλο ἰλιγγιῶδες ὕψος, μᾶς ἀνεβάζει στὴν ἄ­χρονο γέννησί του ἐκ τοῦ Πατρός. Ὡς ἄν­θρω­πος μὲν ἐγεννήθη ἐν Βηθλεὲμ «ὅτε ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου» (Γαλ. 4,4), ἀλλὰ ὡς Θεὸς εἶνε ἄχρονος. Ὑπῆρχε ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχε ἥλιος, σελήνη, γαλαξίες, ὕλη· ἀλ­λὰ δὲν ὑπῆρχε ποτέ μὰ ποτέ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός. Ἡ Ἐκκλησία καταδίκασε τὸν Ἄρειο ποὺ ἔλεγε ὅτι «Ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν». Ἡ ἀίδιος γέννησις καὶ ἡ ἄναρχος ὕ­παρξις τοῦ Υἱοῦ, αὐτὸ τὸ δόγμα, εἶνε θε­μέλιο τῆς πίστεως. Τὸ πιστεύεις; εἶσαι Χριστι­ανός· δὲν τὸ πιστεύεις; ἐλεύθερος εἶσαι, ἀλ­λὰ πιστὸς δὲν εἶσαι. Κι ἂν παραδέχεσαι τὸ Χριστὸ ὡς ἕνα φιλόσοφο, ποιητή, κοινωνιολό­γο κ.λπ., τίποτα δὲ λές. Ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός· «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰω. 1,1).
Σ᾽ αὐτὸ τὸ ὕψος μᾶς ἀνεβάζει ὁ ἀετὸς τῆς θεολογίας. Ἀλλ᾽ ἐγὼ τώρα δὲν πρόκειται νὰ ἀσχοληθῶ μὲ ὑψηλὰ θεολογικὰ θέματα. Θὰ κατέβω χαμηλότερα καὶ θ᾽ ἀσχοληθῶ μόνο μὲ μία φράσι τῆς σημερινῆς περικοπῆς. Θὰ ἐξετάσω ποιά συμπεριφορὰ ἔδειξε ὁ κόσμος στὸ Χριστὸ ὅταν ἦρθε ἐδῶ στὴ γῆ· ποιά ἡ συμπεριφορὰ τῶν συγχρόνων του καὶ ποιά ἔπειτα τοῦ σημερινοῦ δικοῦ μας κόσμου.

* * *

 Ἀνοίγοντας, ἀγαπητοί μου, τὰ Εὐαγγέλια θὰ δῆτε ὅτι, ἂν ἀφαιρέσουμε μερικὰ ἀθῷα παι­διὰ ποὺ φώναζαν «ὡσαννά» (Ματθ. 21,9,15. Μᾶρκ. 11,9. Ἰω. 12,13), ἂν ἀφαιρέσουμε μερικὲς γυναῖκες ποὺ τὸν ἀ­κολούθησαν μέχρι τέλους, ἂν ἀφαιρέσουμε μερικοὺς ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας (δηλαδὴ 120 περίπου πρόσωπα) ποὺ τὸν πίστεψαν, οἱ ἄλλοι, ἡ ἰντελλιγκέντσια, ἡ ἀφρόκρεμα ―γράψε «κο­πρόκρεμα»― τῆς κοινωνίας (οἱ πλούσιοι, οἱ γραμματεῖς, οἱ φαρισαῖοι, οἱ διανοούμενοι, οἱ νομικοί, οἱ ἐπιστήμονες), αὐτοὶ μὲ παντοίους τρόπους προσπάθησαν νὰ τὸν γκρεμίσουν στὴν ὑπόληψι τοῦ λαοῦ. Ὁ λαὸς τὸν θεωροῦ­σε Μεσσία, Λυτρωτὴ καὶ ἔλεγε γι᾽ αὐτὸν ὅτι «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. 7,46)· ἐκεῖνοι συνεχῶς τὸν διέβαλλαν, τὸν παρουσίαζαν ὡς τὸν χειρό­τερο ἄνθρωπο, ἀγύρτη, λαοπλάνο, Βεελζε­βοὺλ καὶ ἄρχοντα τῶν δαιμονίων. Καὶ κατώρθωσαν, οἱ δημαγωγοὶ αὐτοί, νὰ διαστρέψουν καὶ νὰ μεταβάλουν τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, ποὺ ἐνῷ προ­ηγουμένως φώναζε «Ὡσαννά», μετὰ φώναζε «Σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν» (Λουκ. 23,21). Ἐκλο­γὲς ἔγιναν καὶ ψήφισαν «δημοκρατικά». ―Ποιόν θέλετε νὰ σᾶς ἀπολύσω; ρώτησε ὁ Πι­λᾶτος, τὸ Βαραββᾶ ἢ τὸ Χριστό; διαλέξτε. Κι αὐτοὶ ἐξέλεξαν τὸ Βαραββᾶ. Καὶ πλήρωσαν τὶς συνέπειες τῆς ἐγκληματικῆς ἐκλογῆς τους.
Αὐτὴ ἦταν ἡ συμπεριφορὰ τῶν τότε ἀπέναντι στὸ Χριστό. Καὶ αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ ―γιὰ νὰ ἔλθουμε στὸ σήμερα― ἐπαναλαμβά­νεται διὰ μέσου τῆς ἱστορίας. Ἡ ἀνθρω­πότης ἐξέλεξε Βαραββᾶδες· αὐτοὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖ­στον, πλὴν μικρῶν ἐξαιρέσεων, τὴν κυβερνοῦν (π.χ. ἡ Γερμανία ἐξέλεξε τὸ Χίτλερ, καὶ ἄλλοι ἄλλους «Βαραββᾶδες»). Ἀπὸ τότε τί ἔγινε μέ­σα στὰ δυὸ χιλιάδες χρόνια ποὺ πέρασαν; καὶ τί γίνεται σήμερα; ἄλλαξε ὁ κόσμος; Σημειώθηκε ἀσφαλῶς μεταβολὴ στὴν ἀνθρωπότητα, ἀλλ᾽ ὄχι πρὸς τὸ καλύτερο. Ἰδίως στὸν 20ὸ αἰ­ῶνα, ποὺ θὰ μείνῃ ὡς ὁ σκληρότερος καὶ ἀπαι­σιώτερος, ποιά ἦταν ἡ συμπεριφορὰ τῆς ἀν­θρωπότητος ἀπέναντι στὸ Χριστό; Δὲν διαφέ­ρει καὶ πολὺ ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τῶν Ἑβραίων τότε. Ἕνα γκάλοπ, ποὺ ἔγινε στὶς Ἡνωμέ­νες Πολιτεῖες, ἔδειξε, ὅτι στὴν κορυφὴ τοῦ ἐν­διαφέροντος ἔρχονται ἠθοποιοί, ποδοσφαιρισταί, δημαγωγοὶ πολιτικοί. Κι ὁ Χριστός; Μικρὸ τὸ ἐνδιαφέρον· ἐλάχιστοι, 2% μὲ 3% στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, εἶνε ἐκεῖνοι ποὺ ἡ καρδιά τους συγκλονίζεται ἀπὸ τὸ Χριστό. Οἱ πολ­λοὶ εἶνε ὅπως τότε στὸν Πιλᾶτο. Κόσμε, ψεύτη καὶ ἀπατεώνα! σὲ συγκινεῖ μιὰ ἠθοποιός, ἕ­νας ποδοσφαιριστής, ἕνας πολιτικός, ἕνας ἀ­νόητος φιλόσοφος, καὶ ἡ καρδιά σου εἶνε Βόρειος Πόλος γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ νικητοῦ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου.
Δικαίως λοιπὸν σήμερα τὸ εὐαγγέλιο λέει αὐτὸ τὸ βαρὺ λόγο, ὅτι ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸν κόσμο «καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω» (Ἰω. 1,10), ἦρ­θε κι ὁ κόσμος δὲν τὸν γνώρισε, δὲν τὸν κατάλαβε, δὲν τὸν αἰσθάνθηκε, δὲν τὸν ἔβαλε στὴν καρδιά του, δὲν τὸν ἔκλεισε μέσα του.
Ἕνας διάσημος συγγραφεύς, ὁ Τζοβάννι Πα­πίνι, ποὺ ἦταν ἄπιστος, κλείστηκε κάπου καὶ δὲ διάβασε τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο τὸ Εὐαγγέλιο – τὴν ἁγία Γραφή, κ᾽ ὕστερα ἀπὸ δυὸ χρό­νια ἔβγαλε ἕνα καταπληκτικὸ βιβλίο, ποὺ μεταφράστηκε σὲ πολλὲς γλῶσσες καὶ στὰ ἑλ­ληνικά, τὴν «Ἱστορία τοῦ Χριστοῦ». Ἐκεῖ, μὲ ἀφορμὴ τὸ ῥητὸ «καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω», φέρνει παράδειγμα ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ Ὀδυσσέως στὸν Ὅμηρο, ποὺ ὅταν ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸν Τρωϊκὸ πόλεμο στὴν Ἰθάκη, κατάκοπος καὶ ῥακένδυτος μετὰ ἀπὸ εἴκοσι περίπου χρόνια, κανείς δὲν τὸν ἀναγνώρισε, καὶ μόνο ἕνας γέρικος σκύλος τοῦ κούνησε τὴν οὐρά του. Κάτι τέτοιο συνέβη καὶ ἐδῶ. Ἦρθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο ―δὲν εἶνε ψέμα, εἶνε ἡ μεγαλύτερη ἀλήθεια―, σὰ νὰ χαμήλωσε ὁ ἥ­λιος καὶ νὰ ἄγγιξε τὴ γῆ χωρὶς νὰ τὴν κάνῃ κάρβουνο, καὶ ὅμως «ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω», δὲν τὸν ἀνεγνώρισε.
Θέλετε ἀπόδειξι; Θὰ γίνω πολὺ πικρός. Βλέ­πω σὲ ποιόν αἰῶνα ζῶ, ἔχω δουλέψει πενήν­τα χρόνια, ἀνέβηκα βουνὰ – λαγκάδια, ἐπισκέφτηκα πόλεις, κήρυξα στὴν πρωτεύου­σα τῆς πατρίδος, γνωρίζω καλὰ τὸν κόσμο· οἱ καρδιὲς τῶν Ἑλλήνων δὲν πάλλουν γιὰ τὸ Χριστό! Σᾶς ἐρωτῶ· τὴν ἅγια αὐτὴ μέρα τί θὰ συζητήσετε στὸ σπίτι σας; Ἑκατομμύρια λέξεις θὰ φύγουν ἀπ᾿ τὸ στόμα σας. Θὰ πῆτε γιὰ τὰ παιδιά σας, τὶς γυναῖκες σας, τὰ συμφέροντά σας, τὰ λεφτά, τὴν ἀκρίβεια, τὴν ἀγορά, τὴ διπλωματία, τὴν πολιτική, γιὰ ὅλα, καὶ γιὰ τὰ πιὸ μικρὰ καὶ ἀσήμαντα. Γιὰ τὸ Χριστό; Οὔτε λέξι! Κι ἂν ἀ­κουστῇ τὶς μέρες αὐτὲς μέσ᾿ στὸ λεξιλόγιο τῶν ἀνθρώπων ἡ λέξι «Χριστός», θ᾽ ἀκουστῇ παρακαλῶ ὡς βλαστήμια. Αὐτὸς εἶνε ὁ αἰώνας μας. «Καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω».

* * *

Ἐξετάστε, ἀγαπητοί μου, τὸν ἑαυτό σας. Ἔ­χει θέσι ὁ Χριστὸς στὴν καρδιά σας; Πάσχα σήμερα· γιατί εἶστε ἀπόντες ἀπὸ τὸ μεγάλο προσκλητήριο ποὺ ἀπευθύνει ὁ ἀναστημένος Λυτρωτής; Γιατί μένετε ἀνεξομολόγητοι καὶ ἀ­κοινώνητοι; Δὲ θὰ ξεχάσω ποτέ, ὡς στρατιωτι­κὸς ἱερεύς, παραμονὲς τῶν πολέμων στὰ ψη­λὰ βουνά, πῶς κοινωνοῦσαν ἐκεῖνα τὰ παιδιά. Τὰ θυ­μοῦμαι καὶ κλαίω. Ἦταν τελευταῖες λειτουρ­γίες προτοῦ νὰ πέσουν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρί­δος. Δὲν ξαναεῖδα τέτοιο θέαμα· κοινωνοῦσαν καὶ τὰ δάκρυα ἔπεφταν μέσ᾿ στὸ δισκοπότηρο.
Ἐπιδίωξε νὰ γνω­ριστῇς μὲ τὸ Χριστό. Εἶνε ἐ­ποχὴ γνωριμιῶν. Κάθε ὑπηρεσία σήμερα ἔχει κ᾽ ἕνα γραφεῖο «δημοσίων σχέσεων»· προ­σπαθεῖ νὰ εὐρύνῃ τὸν κύκλο της, νὰ καλλιεργήσῃ πελατειακὲς σχέσεις. Σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο ὁ νέος καὶ ἡ νέα θέλουν νὰ πλησιάσουν, νὰ γνω­ριστοῦν, νὰ κάνουν σχέσι κ.λπ.. Καὶ μετά, τὸ ἀ­ποτέλεσμα; Συχνὰ ἀπογοήτευσι, ἀηδία, ἀντιπά­­θεια, μῖσος. Ἦρθε ἕνας νέος προχθὲς στὴ μη­τρόπολι καὶ μοῦ λέει· Τὴ νόμιζα ἄγγελο, τὴ θε­ωροῦ­σα Βεατρίκη τοῦ Δάντη, προσπάθησα νὰ τὴν πλησιάσω, κάναμε σχέσι· τ᾽ ὁμολογῶ, ἀπο­δείχθηκε διάβολος· καταραμένη ἡ ὥρα ποὺ τὴ γνώρισα… Ἔ, τὸ λόγο αὐτὸ δὲν θὰ τὸν πῇς ποτέ ποτέ ἂν συνάψῃς γνωριμία μὲ τὸ Χριστό. Διαβάστε παρακαλῶ ἕνα μικρὸ βιβλιαράκι τοῦ Ἑρρίκου Σιέγκιεβιτς μὲ τίτλο «Ἀκολουθήσωμεν Αὐτόν». Θὰ συγκινηθῆτε μέχρι δακρύων. Ἂν γνωριστῆτε μὲ τὸ Χριστό, θὰ πῆτε· εὐλογημένη ἡ ὥρα ποὺ τὸν γνωρίσαμε.
Πῶς θὰ τὸν γνωρίσῃς; Ἄνοιξε τὴν ἁγία Γρα­φή. Κάνε τὴν προσευχή σου πρωὶ-βράδυ. Πήγαινε στὸν πνευματικὸ καὶ ἐξομολογήσου τὰ ἁμαρτήματά σου. Κοινώνησε. Ζῆσε κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο. «Κλεῖσε στὴν καρδιά σου τὸ Χριστὸ καὶ θὰ αἰσθανθῇς κάθε εἴδους μεγαλεῖο».
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 4-5-1986 στὴν λειτουργία

"Η υπεροψία και η θεολογική εκτροπή των επίδοξων «Μεταπατερικών» Θεολόγων" Δημήτριος Ι. Τσελεγγίδης (Καθηγητής δογματικῆς Α.Π.Θ.)

"Η υπεροψία και η θεολογική εκτροπή των επίδοξων «Μεταπατερικών» Θεολόγων" Δημήτριος Ι. Τσελεγγίδης (Καθηγητής δογματικῆς Α.Π.Θ.)

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjynmWDVfpvDDq7zffTP8F2VTpxk63gGvaDR35YQiye9lZ0UoFTxW8mSh_i3lMmesmKsC0GU8sZQOL4LXnRsED3Thyphenhyphenk2V0UOsMynxmrg6CmYZq204muRsvL4nmZHKDQ4fd6qdymLQ43lOkF/s1600/%CE%B5%CE%B5.jpg
"Η υπεροψία και η θεολογική εκτροπή των επίδοξων «Μεταπατερικών» Θεολόγων"
Γιά νά ἀποφύγουμε κάθε ἐνδεχόμενη ὁρολογική σύγχυση, θά προβοῦμε εὐθύς ἐξ ἀρχῆς σέ μιά ἀπαραίτητη διευκρίνιση τοῦ νεόκοπου ὅρου «μετα-πατερικός».
Ἡ νέα αὐτή ἐπιστημονική ὁρολογία ἐπιδέχεται ποικίλες ἑρμηνεῖες· οἱ ἐπικρατέστερες ὅμως ἐπιστημονικῶς εἶναι, κατά τή γνώμη μας, οἱ ἑξῆς δύο:
α) Ὅταν στό πρῶτο συνθετικό τῆς λέξεως μετα- προσδίδεται χρονική σημασία, ὁπότε στήν προκειμένη περίπτωση γίνεται λόγος γιά τό τέλος τῆς Πατερικῆς ἐποχῆς.
 Καί β) ὅταν στό πρῶτο συνθετικό τῆς λέξεως προσδίδεται κριτική σημασία, ὁπότε ἡ σύνθετη λέξη «μετα-πατερικός» σημαίνει σχετικοποίηση...
Mερική ἤ ὁλική ἀμφισβήτηση - ἐπαναθεώρηση - νέα ἀνάγνωση, ἤ καί ὑπέρβαση τῆς θεολογικῆς σκέψεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας...
Οἱ σύγχρονοι ἐπιστήμονες θεολόγοι, πού ἐπιχείρησαν ἔμμεσα ἤ ἄμεσα νά αὐτοπροσδιοριστοῦν ὡς «μετα-πατερικοί», χρησιμοποίησαν ἐναλλακτικῶς καί τίς δύο ἑρμηνεῖες, κυρίως ὅμως τή δεύτερη πού ἀναφέρεται στή σχετικοποίηση καί τελικά στήν ὑπέρβαση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiN9t2bUpCmWlEFfjEafNnf5Ktet5Tczs2A-VJYbnic5nxDsIvCwY6veJ9VPHUKeT_521kfrYbVu1McNLN6BALfD8mb8q4LeFICA-DE2jXgdIof2JZp6P9imEqVi0NYpqNxDapC_LObeyXN/s1600/%CE%92%CE%91%CE%A1%CE%98%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%99%CE%9F%CE%A3+-+%CE%A0%CE%91%CE%A0%CE%91%CE%A3+-+%CE%9F%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%A5%CE%9C%CE%95%CE%9D%CE%99%CE%A3%CE%9C%CE%9F%CE%A3.jpg
Τό καταστρεπτικότερο ἔργο στίς συνειδήσεις τοῦ χριστιανικοῦ θεολογικοῦ κόσμου εὐρύτερα τό ἔκαναν, κατά τή γνώμη μας, οἱ Προτεστάντες. Καί τοῦτο, ἐπειδή αὐτοί ἀμφισβήτησαν εὐθέως τό κύρος τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἄλλωστε καί τή σύνολη Ἀποστολική καί Πατερική Παράδοσή της. Ταυτόχρονα, ἀκύρωσαν ἐπισήμως, οὐσιαστικά καί τυπικά, τήν ἁγιότητα ὅλων τῶν ἐπωνύμων ἁγίων, ἀμφισβητώντας μέ τόν τρόπο αὐτό καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς ἑκάστοτε στρατευομένης ἐπί γῆς Ἐκκλησίας.
Ἀντίστοιχα, τό καταστρεπτικότερο ἔργο στή δογματική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τό ἔκανε καί ἐξακολουθεῖ νά τό κάνει ὁ Οἰκουμενισμός.
Ὁ Οἰκουμενισμός ἀποτελεῖ σήμερα τόν δυσώδη φορέα τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ καί κατά συνέπεια τόν πιό ἐπίσημο φορέα τῆς ἐπικινδυνότερης πολυ-αιρέσεως ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἐπειδή συμβάλλει ἀποφασιστικά στήν ἄμβλυνση τοῦ ὀρθοδόξου κριτηρίου καί τῆς ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας.
Συγκεκριμένα, διά τῶν ἐκπροσώπων του, τοπικῶς καί διεθνῶς, ἐπιχειρεῖ διαρκῶς καί βαθμιαίως ὅλο καί μεγαλύτερες «ἐκπτώσεις» στήν ἐκκλησιολογική-δογματική συνείδηση τῶν ἀνυποψίαστων πνευματικῶς ὀρθοδόξων πιστῶν.
Καί αὐτό τό ἐπιτυγχάνει εἰδικότερα μέ τή σχετικοποίηση ἤ καί τήν ἀκύρωση στήν πράξη τοῦ κύρους τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων, καί μάλιστα συλλογικῶν ἀποφάσεών τους, στό πλαίσιο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Βλέπε λ.χ. τήν κατάφορη καί κατ’ ἐξακολούθηση, ἐδῶ καί χρόνια, παραβίαση τοῦ Β΄ Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού ἀπαγορεύει ρητῶς συμπροσευχή μέ ἀκοινώνητους καί ἑτερόδοξους...μέ τή σαφῆ ἀπειλή τῆς καθαιρέσεως τῶν κληρικῶν καί τοῦ ἀφορισμοῦ τῶν λαϊκῶν, πού τόν παραβιάζουν.
Στό παραπάνω εὐρύτερα ἐκκοσμικευμένο θεολογικό κλῖμα, καί εἰδικότερα καί κατεξοχήν στό καθαυτό πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού περιγράψαμε, ἐντάσσεται ὀργανικά καί τό ἐμφανιζόμενο τόν τελευταῖο καιρό κίνημα τῶν ἐπίδοξων «μετα-πατερικῶν» θεολόγων. Ἀσφαλῶς, τό κίνημα αὐτό ἔχει σαφῶς καί προτεσταντικές ἐπιδράσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ἐμφανέστερες, κυρίως, στήν ἐπιστημονικοῦ χαρακτήρα τοποθέτηση τῶν «μετα-πατερικῶν» θεολόγων, ἔναντι τοῦ μέχρι σήμερα διαχρονικοῦ κύρους τῆς θεολογικῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων.
Στή σύντομη θεολογική τοποθέτησή μας θά ἑστιάσουμε κατ᾽ ἐξοχήν στό φρόνημα καί ὄχι στό πρόσωπο τῶν «μετα-πατερικῶν» θεολόγων, καθώς καί στά κριτήρια τῆς ὑποδηλουμένης θεολογίας τους.
Δυστυχῶς, οἱ ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μας «μετα-πατερικοί» θεολόγοι, μέ τίς παράτολμες, ἤ μᾶλλον μέ τίς θρασύτατες καί οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν, ἴσως, διατυπώσεις τους, ἐμφανίζονται πρακτικῶς νά ἀγνοοῦν πλήρως τί εἶναι ἡ ἁγιότητα καθεαυτήν, καί κατ’ ἐπέκταση τί εἶναι καθεαυτήν ἡ ἁγιοπνευματική ζωή τῶν ἁγίων, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ, κατά τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, τήν θεμελιώδη προϋπόθεση τοῦ Ὀρθοδόξως καί ἀπλανῶς θεολογεῖν.
Ἀκόμη εἰδικότερα, ἐμφανίζονται στά κείμενα νά ἀγνοοῦν, ὅτι Ὀρθόδοξη καί ἀπλανῆ θεολογία παράγουν πρωτογενῶς μόνον ὅσοι καθαρίστηκαν ἀπό τήν ἀκαθαρσία τῶν παθῶν τους, καί κυρίως ὅσοι φωτίστηκαν καί θεώθηκαν ἀπό τίς ἄκτιστες ἐλλάμψεις τῆς θεοποιοῦ Χάριτος.
Ἡ ἐπιχειρούμενη, αὐθαδῶς, ὑπέρβαση τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων, ἐκ μέρους τῶν «μετα-πατερικῶν» θεολόγων, κλονίζει τήν ἀπαραίτητη γιά τούς πιστούς βεβαιότητα, ὡς πρός τήν διαχρονική ἰσχύ τῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας, ἐνῶ παράλληλα εἰσάγει ἀθέμιτα καί πονηρά τήν προτεσταντικοῦ τύπου θεολογική πιθανολογία. Μέ τόν τρόπο ὅμως αὐτό, στήν πραγματικότητα, «μεταίρονται ὅρια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν»(1). Ἀλλά τοῦτο παραβιάζει βάναυσα τόσο τόν ἁγιοπατερικό ὅσο καί τόν θεόπνευστο βιβλικό λόγο.(2)
Μέ βάση τά παραπάνω (καί μόνον αὐτά), θά μπορούσαμε νά ὑποστηρίξουμε ἐπιστημονικῶς, ὅτι οἱ ἐπίδοξοι «μεταπατερικοί» θεολόγοι, σαφῶς, δέν ἔχουν τίς προϋποθέσεις τῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας. Γιατί, ἀλήθεια, πῶς θά μποροῦσαν νά ὑποστηρίξουν ὅτι τίς ἔχουν, ὅταν συμβαίνει νά εἰσηγοῦνται αὐθαδῶς τήν ὑπέρβαση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἤ ὅταν ἐπιχειροῦν νά εἰσαγάγουν στήν ἐκκλησιαστική θεολογική σκέψη μιά Δυτικοῦ τύπου θεολογική καί γνωσιολογική πιθανολογία, πού ὡς προϋπόθεσή της ἔχει τήν ἐπιστημονική-ἀκαδημαϊκή θωράκιση καί τόν θεολογικό στοχασμό;
Αὐτή καθεαυτήν, ἄλλωστε, ἡ ἔπαρση ὁδηγεῖ στήν ἀπεμπόληση τῆς χαρισματικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἐγγυᾶται τήν γνησιότητα τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας.
Τά ἐπιστημονικά - ἀκαδημαϊκά κριτήρια, πού εἰσηγοῦνται οἱ «μετα-πατερικοί» θεολόγοι, ὡς τεκμήρια τῆς ἀντικειμενικότητάς τους, δέν συμπίπτουν ἀπαραιτήτως μέ τά ἐκκλησιαστικά κριτήρια τοῦ θεολογεῖν ὀρθοδόξως καί ἀπλανῶς, ὅταν μάλιστα τά κριτήρια αὐτά χρησιμοποιοῦνται ἀπροϋποθέτως. Ἡ Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική θεολογία ἔχει σαφῶς καί κυρίως ἁγιοπνευματικά κριτήρια.
Τό κατεξοχήν καί κορυφαῖο κριτήριο τοῦ ἀπλανοῦς χαρακτήρα τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας εἶναι ἡ ἁγιότητα τῶν θεοφόρων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι τήν διατύπωσαν.
Προκαλεῖ βαθύτατη θλίψη ἡ παχυλή ἄγνοια καί ἡ ἐπ’ αὐτῆς ἐρειδομένη ἔπαρση τῶν «μετα-πατερικῶν» θεολόγων, οἱ ὁποῖοι ἐπιχειροῦν, ὅλως ἀμαθῶς, νά ὑποκαταστήσουν τήν ἐνοχλητική μᾶλλον γι’ αὐτούς ἁγιοπατερική θεολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέ τήν ἐπικαιροποιημένη ἐπιστημονική-ἀκαδημαϊκή θεολογία τους. Μέ τήν στάση τους αὐτή φανερώνουν σαφῶς, ὅτι δέν γνωρίζουν στήν πραγματικότητα, πώς οἱ Πατέρες εἶναι ἐνεργῶς θεοφόροι καί ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀγνοοῦν ὅμως κυρίως, ὅτι ἡ ἁγιότητα τῶν Ἁγίων καί ἡ ἁγιότητα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ εἶναι μία καί ἡ αὐτή, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης(3). Δηλαδή ἡ ἁγιότητα τῶν ἁγίων ἔχει ὀντολογικό χαρακτήρα καί εἶναι ἄκτιστη ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία μετέχοντας ὁ πιστός ἄμεσα καί προσωπικά, καί ὑπό σαφεῖς ἐκκλησιαστικές προϋποθέσεις, καθίσταται «ἐν πάσῃ αἰσθήσει» κοινωνός τῆς ἁγιότητας τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Εἶναι λοιπόν εὐνόητο, ὅτι ὁ χαρακτήρας τῆς ἁγιότητας τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἄκτιστος.
Οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐξέφρασαν ἀπλανῶς τήν Ἀποστολική Παράδοση στήν ἐποχή τους, ἀφοῦ ὅμως προηγουμένως τήν βίωσαν ἡσυχαστικῶς-ἀσκητικῶς καί κατεξοχήν μυστηριακῶς.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, - ὁ Μ. Βασίλειος, -  ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, - ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος - καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς,
γιά νά μείνουμε ἐνδεικτικά μόνον σ’ αὐτούς, ἐπικαιροποίησαν τήν Ἀποστολική καί Πατερική Παράδοση, ἐκφράζοντας σέ λόγια θεολογική γλώσσα αὐτό ἀκριβῶς πού βίωναν ἀκτίστως καί «ἐν πάσῃ αἰσθήσει» καί οἱ ἄλλοι ἅγιοι Πατέρες, ἀλλά καί οἱ ὀλιγογράμματοι χαρισματοῦχοι, ὅπως καί οἱ ἁπλοί θεοφόροι πιστοί στήν ἐποχή τους.
Ἡ χαρισματική ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ τήν πρωτογενῆ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἁπλοϊκή ἤ ἔντεχνη καί λόγια ἐκφορά της. Ἡ θεολογία αὐτή ἀποτελεῖ κτιστή ἔκφραση καί ἑρμηνεία τῆς ζωντανῆς καί ἄκτιστης ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ μέσα στή συγκεκριμένη ἱστορική πραγματικότητα τῆς ζωῆς τῶν θεουμένων ἐκφραστῶν της. «Ὑπό πνεύματος ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἀπό Θεοῦ ἄνθρωποι»(4) μᾶς διαβεβαιώνει ὁ κορυφαῖος ἀπό τούς ἐπόπτες τῆς θείας μεγαλειότητας.
Νά ἐπανέλθουμε ὅμως στά κριτήρια τοῦ θεολογεῖν. Τά ἐπιστημονικά-ἀκαδημαϊκά κριτήρια εἶναι κτιστά. Γι’ αὐτό, ἐκτός ἀπό τό ἀσφαλέστατο κριτήριο τῆς ἀκτίστου ἁγιότητας, ἡ μόνη διασφάλιση γιά ἀπλανῆ ὀρθόδοξη, ἐπιστημονική θεολογία μπορεῖ νά ἀναζητηθεῖ, καί ἀπό τούς στερουμένους τήν ἁγιότητα ἐπιστήμονες θεολόγους, στό ταπεινό φρόνημα, πού ἐνέχει καί ἐκφράζει ἡ διαχρονικῶς ἐφαρμοζομένη ἐκκλησιαστική μέθοδος, ἡ ὁποία σημαίνεται στή γνωστή ἁγιοπατερική διατύπωση: «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν».
Αὐτό, ἄλλωστε, τό ταπεινό φρόνημα, τό ὁποῖο διασφάλιζε καί τήν ἁγιότητά τους, εἶχαν ὅλοι οἱ θεοφόροι Πατέρες, πού συμμετεῖχαν στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, οἱ ὁποῖες ὁριοθέτησαν ἀπλανῶς τήν ἐκκλησιαστική θεολογία. Ὁ θεολογικός στοχασμός, στόν ὁποῖο ἀρέσκονται νά ἀναφέρονται οἱ «μετα-πατερικοί» θεολόγοι καί ἡ συνεπαγόμενη θεολογική πιθανολογία, δέν προσιδιάζουν στήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική θεολογία, ἀλλά στήν ἑτερόδοξη καί αἱρετική, ἡ ὁποία, ὅπως εὔστοχα χαρακτηρίστηκε ἀπό τούς θεοφόρους Πατέρες, εἶναι «τεχνολογία» μᾶλλον παρά θεολογία(5).
Εἶναι ἀξιοσημείωτη στήν προκειμένη περίπτωση καί ἡ καίρια παρατήρηση τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Σιναΐτη (τῆς Κλίμακος), ὅτι «ὁ Θεόν μή γνούς, (ἐννοεῖται ἐμπειρικῶς καί βιωματικῶς), στοχαστικῶς ἀποφαίνεται»(6).
 Ἀλλά καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς θά χρεώσει στούς λατινόφρονες βαρλααμίτες τόν χαμαίζηλο καί ἀνθρώπινο θεολογικό στοχασμό, σημειώνοντας ἀντιθετικῶς, ὅτι «ἡμεῖς οὐ στοχασμοῖς ἀκολουθοῦντες, ἀλλά θεολέκτοις λογίοις τήν ὁμολογίαν τῆς πίστεως πεπλουτήκαμεν»(7).
Ὅταν ἀγνοεῖται καί παραμερίζεται ἡ ἁγιότητα, ἤ ἔστω ἡ Ὀρθόδοξη θεολογική μεθοδολογία τοῦ «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν», εἶναι ἀναπόφευκτη ἡ υἱοθέτηση τοῦ «ἐλεύθερου» θεολογικοῦ στοχασμοῦ καί τῆς θεολογικῆς πιθανολογίας.
Τοῦτο ὅμως ὁδηγεῖ οὐσιαστικά σέ μιά «νεο-βαρλααμιτική» θεολογία, πού εἶναι ἀνθρωποκεντρική καί ὡς κριτήριό της ἔχει τήν αὐτονομημένη λογική.
Ὅπως δηλαδή ὁ Βαρλαάμ καί οἱ ὁπαδοί του ἀμφισβήτησαν τόν ἄκτιστο χαρακτήρα τοῦ θείου φωτός καί τῆς θείας Χάριτος, ἔτσι και οι «μετα-πατερικοί» θεολόγοι σήμερα παραγνωρίζουν στήν πράξη τόν ἄκτιστο καί ἄρα διαχρονικό χαρακτήρα τῆς ἁγιότητας καί τῆς διδασκαλίας τῶν θεοφόρων Πατέρων, τούς ὁποίους ἀξιώνουν νά ὑποκαταστήσουν στή διδασκαλία, παράγοντας, κατά τή γνώμη τους, οἱ ἴδιοι πλέον πρωτογενῆ θεολογία.
Αὐτό δέν ἀποτελεῖ μία ἐξωτερικοῦ χαρακτήρα Πατρομαχία, ἀλλά κυρίως συνιστᾶ μία Θεομαχία, ἐπειδή ἐκεῖνο πού καθιστᾶ τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὄντως Πατέρες εἶναι ἡ ἄκτιστη ἁγιότητά τους, τήν ὁποία ἔμμεσα ἀλλά οὐσιαστικά παραμερίζουν καί ἀκυρώνουν μέ ὅσα εἰσηγοῦνται μέ τήν «μετα-πατερική» θεολογία τους.
Ἡ «μετα-πατερική» θεολογία, σύμφωνα μέ τά κριτήρια τῆς Ἐκκλησίας, πού προαναφέραμε, εἶναι ἀπόδειξη ἐπηρμένης διανοίας. Γι’ αὐτό καί εἶναι ἀδύνατη ἡ ἐκκλησιαστική νομιμοποίησή της. Ἡ ἐκκλησιαστική θεολογία εἶναι ταπεινή καί εἶναι πάντοτε «ἑπόμενη τοῖς ἁγίοις Πατράσιν». Αὐτό δέν σημαίνει, ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική θεολογία στερεῖται πρωτοτυπίας, δυναμισμοῦ, ἀνανεωτικοῦ πνεύματος καί ἐπικαιρότητας. Ἀπεναντίας, ἔχει ὅλα τά παραπάνω χαρακτηριστικά, γιατί ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς ζώσας παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ’ ἐκεῖνον, πού θεολογεῖ μ’ αὐτόν τόν τρόπο.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐξέφρασαν ὅσα βίωσαν ἀπό τήν ἐνεργοποίηση τῆς προσωπικῆς τους Πεντηκοστῆς, πάντοτε ὅμως, πρακτικῶς, «ἑπόμενοι» καί ἐν συμφωνίᾳ μέ τούς προγενεστέρους θεοφόρους Πατέρες.
Ἡ Ὀρθόδοξη ἐπιστημονική ἀκαδημαϊκή θεολογία δέν καλεῖται, βεβαίως, νά ὑποκαταστήσει τήν ἁγιοπατερική – χαρισματική θεολογία, οὔτε ὅμως δικαιοῦται νά παρουσιάζει ἄλλην, ἐκτός ἀπό τήν αὐθεντική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας.
Τό ἔργο της εἶναι νά προσεγγίζει, νά διερευνᾶ καί νά παρουσιάζει ἐπιστημονικά τό περιεχόμενο τῆς πρωτογενοῦς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας, νά διακρίνει καί νά γνωστοποιεῖ τά κριτήρια τῆς ἀληθινῆς θεολογίας. Μέ τόν τρόπο αὐτό θά πετυχαίνεται καί θά ἰσχυροποιεῖται ὅλο καί περισσότερο ἡ σύζευξη τῆς ἁγιοπατερικῆς – χαρισματικῆς θεολογίας μέ τήν ἐπιστημονική θεολογία. Καί ὅλα αὐτά θά προωθοῦνται, μόνον ὅταν οἱ ἐκφραστές τῆς ἐπιστημονικῆς θεολογίας δέν θά εἶναι προσωπικῶς ἄμοιροι τῶν ἁγιοπνευματικῶν προϋποθέσεων καί ἄγευστοι τῶν ἐκκλησιολογικῶν βιωματικῶν δεδομένων.
Ἡ ἐπιστημονική καί ἡ ἀκαδημαϊκή θεολογία, ὅταν δέν ἔχει τίς παραπάνω προδιαγραφές, ὅταν στερεῖται τήν βιωματικῶς ἐκκλησιολογική ἐκφορά της, εἶναι στοχαστική θεολογία καί πτωχή πνευματικῶς.
Προσεγγίζει μόνο μέ κτιστό τρόπο τήν πραγματικότητα τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς, καί ἐκφράζει, στήν καλύτερη περίπτωση, ἐλλιπῶς τά πράγματα, καί σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, δυστυχῶς, ἀπό ἐσφαλμένα ἕως καί αἱρετικά.
Ἔχουμε τήν γνώμη, ὅτι ἄν οἱ «μετα-πατερικοί» θεολόγοι εἶχαν τίς ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις τῶν Πατέρων, θά ἐπιχειροῦσαν ταπεινά καί ἀθόρυβα νά ὀρθοτομήσουν τήν ἀλήθεια γιά τήν ἐποχή τους, χωρίς ἀπαξιωτικές ἤ ἔστω ἀμφίσημες ἀναφορές στούς ἁγίους Πατέρες. Καί, ἄν τούς δικαίωναν τά πράγματα, τότε ἀσφαλῶς θά ἦταν αὐτοί οἱ ἐκφραστές τῆς ζωντανῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας.
Τοῦτο ὅμως θά σήμαινε, ἀναπόφευκτα, ὅτι δέν θά ἦταν τά λεγόμενά τους ἀντίθετα μέ τά λεγόμενα τῶν Ἁγίων πατέρων διαχρονικῶς καί ἰδιαίτερα δέν θά ἔρχονταν σέ ἀντίθεση μέ ἀποφάσεις τους σέ Οἰκουμενικές Συνόδους. Ἔτσι, θά ἦταν περιττός ὅλος αὐτός ὁ θόρυβος, σχετικά μέ τήν «μετα-πατερική» θεολογία.
Ὅμως, οἱ ἐπίδοξοι «μετα-πατερικοί» θεολόγοι γνωρίζουν πολύ καλά, ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων θέτει σαφῆ ὅρια, τά ὁποῖα εἴτε δέν τούς εὐνοοῦν προσωπικῶς...
Eἴτε ἐμποδίζουν τούς στρατηγικούς στόχους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν τόν ἀγαπημένο τους Οἰκουμενισμό.
Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι ἁπλῶς τό ἐπιμελημένο περιτύλιγμα!
Συμπερασματικά, τέλος, θά μπορούσαμε ἀβίαστα νά ὑποστηρίξουμε, ὅτι ἡ «μετα-πατερική» θεολογία συνιστᾶ σαφῆ καί κραυγαλέα ἀπόκλιση τόσο ἀπό τή μέθοδο ὅσο καί ἀπό τό φρόνημα τῶν Ἁγίων Πατέρων.
Ἀπόκλιση δηλαδή ἀπό τήν παραδοσιακή θεολογία, τόσο ὡς πρός τόν τρόπο, τίς προϋποθέσεις καί τά κριτήρια τοῦ Ὀρθοδόξως θεολογεῖν, ὅσο καί ὡς πρός τό περιεχόμενο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας.


http://www.pemptousia.gr/wp-content/uploads/2013/11/psalm-144-cf88ceb1cebbcebccf8ccf82-144_std.original.jpg
«Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ΄ 8-9)

1. Βλ. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, PG 59, 63: «μή μεταίρωμεν ὅρια αἰώνια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἠμῶν».
2. Βλ. Παροιμ. 22, 28: «μή μεταῖρε ὅρια αἰώνια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες σου».
3. Βλ. Περί τελειότητος, PG 46, 280D. Ἡ μόνη διαφορά ἔγκειται στό γεγονός, ὅτι ἡ ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ εἶναι πηγαία καί φυσική (εἶναι οὐσιώδης ἐνέργεια τῆς θείας φύσεως), ἐνῶ ἡ ἁγιότητα τοῦ ἁγίου εἶναι χαρισματική, δοσμένη κατά Χάρη ἀπό τόν Θεό
4. Β' Πέτρ. 1, 21.
5. Βλ. Ἐπιστολή 90, PG 32, 473: «Καταπεφρόνηται τά τῶν Πατέρων δόγματα, ἀποστολικαί Παραδόσεις ἐξουθένηνται, νεωτέρων ἀνθρώπων ἐφευρέματα ταῖς Ἐκκλησίαις ἐμπεπολίτευται, τεχνολογούσι, λοιπόν, οὐ θεολογούσιν οἱ ἄνθρωποι, ἡ κατά κόσμον σοφία τά πρωτεῖα φέρεται».
6. Βλ. Λόγος Λ', 13.
7. Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 18

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ «ΠΡΟΣΛΗΜΜΑ»ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ



Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ «ΠΡΟΣΛΗΜΜΑ»
π. Βασίλειος Ε. Βολουδάκης

Σέ λίγες µέρες θά κληθοῦµε ἀπό τήν Ἐκκλησία µας νά συµ­­µε­τά­σχουµε στά Πάθη καί στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ µας, µέ ἕναν ξεχωριστό τρόπο.
Οἱ κατανυκτικοί ὕµνοι τῆς Μεγάλης Ἑβδοµάδος, µέ τήν ἁγιο­πνευµατική διεισδυτικότητά τους στήν ἀνθρώπινη ψυχή, µᾶς ἐξηγοῦν µέ κάθε λεπτοµέρεια ποιά εἶναι τά Πάθη τοῦ Χριστοῦ, τό πῶς ἔπαθε καί ποιά εἶναι ἡ σχέση τῶν Παθῶν αὐτῶν µέ τόν καθένα µας.
Μαθαίνουµε ἀπό τούς ὕµνους αὐτούς ὅτι τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἑκούσιο, ἀλλά ὁ νοῦς µας, µαθηµένος νά σκέπτεται βιωτικά καί γήϊνα, δέν μπορεῖ χωρίς πνευματική χειραγωγία νά συλλάβη τό πῶς αὐτό τό «ἑκούσιον Πάθος» τοῦ Χριστοῦ μας ἀφορᾶ ἄμεσα ὅλους ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους καί καθορίζει ὁλόκληρο τό Μυστήριο τῆς Σωτηρίας µας.
Εἶναι ἀπαραίτητη, λοιπόν, ἡ θεολογική χειραγωγία µας ὥστε νά εἴµεθα εἰς θέσιν νά κατανοήσουµε τό πῶς κατεργάσθηκε ἡ Θεία Χάρις τήν Σωτηρία µας, ἀναπληρώνοντας ὅλα τά κενά καί τίς ἐλλείψεις τῆς πεπτωκυΐας ἀνθρωπίνης φύσεώς µας.
Ὁ πνευματικός βηματισμός μας πρέπει νά εἶναι πολύ προσε­κτι­κός γιατί στό θέμα αὐτό ὑπάρχει μεγάλη θεολογική σύγχυση, ἀκόμη καί σέ Πανεπιστημιακούς Καθηγητές Θεολογίας, πρᾶγμα πού ἔχει ἀπό τό 1989 γίνει φανερό μέσῳ δημοσίου γραπτοῦ θεολογικοῦ διαλόγου, πού προκάλεσε εὐλαβής καί παραδοσιακός καθηγητής τῆς Ἱστορίας τῶν Δογμάτων, ἐπικρίνοντας μέ ἀντορθόδοξα ἐπιχειρήματα τό ἄρθρο μου «Διεκινδύνευσε ὁ Χριστός;»1, μέ τό ὁποῖο εἶχα ἀνα­σκευ­άσει –ὅπως ἔγραφα τότε– «τίς ἐσφαλμένες διατυπώσεις τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας κ. Στυλιανοῦ περί τῆς Ἀνθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ».
Ἡ Ὀρθόδοξη Δογµατική µᾶς διδάσκει ὅτι ἡ Ἀνθρωπίνη Φύσις τοῦ Χριστοῦ ἔχει ὡς Πρόσωπό της τό Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου καί γι’ αὐτό, λόγῳ αὐτῆς τῆς Ὑποστατικῆς ἑνώσεως, ἡ Ἀνθρωπίνη Φύσις τοῦ Χριστοῦ ἐθεώθη «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» στήν κοιλία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί ὡς Θεωθεῖσα, δέν ἔφθειρε κατά τόν τοκετόν τήν παρθενία τῆς Παναγίας µας.
Ἡ θεωθεῖσα ἀνθρώπινη φύση δέν ἐµποδίζεται οὔτε περιορίζεται ἀπό τόν χῶρο καί τόν χρόνο, γι’ αὐτό καί κατά τήν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός ἐξῆλθε «ἐσφραγισµένου τοῦ µνήµατος» καί, λίγο ἀργότερα, «εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισµένων πρός τούς µαθητάς Του». Ἡ Ἀν­θρωπίνη Φύσις τοῦ Χριστοῦ, ὑπῆρξε Τελεία «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» καί παρέµεινε Τελεία καθ’ ὅλη τήν ἐπίγεια Ζωή Του καί κατά τήν Ἀνάστασή Του καί θά παραµένη Τελεία εἰς τούς ἀτελευτήτους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ὁ Χριστός, ἀπό τῆς συλλήψεώς Του κατά τόν Εὐαγγελισµό τῆς Θεοτόκου µέχρι καί τῆς Ἀναστάσεώς Του παραµένει ὁ Αὐτός, Τέλειος Θεός καί Τέλειος Ἄνθρωπος.
Αὐτό πού διδάσκει ἡ Δογµατική, τό διακηρύσσει καί ἡ Ὑµνολογία τῆς Ἐκκλησίας µας: «Κύριε, ἐσφραγισμένου τοῦ Τάφου ὑπό τῶν παρανόμων, προῆλθες ἐκ τοῦ μνήματος καθώς ἐτέχθης ἐκ τῆς Θεοτόκου», ὥστε νά διαλυθῆ ἡ πλάνη πολλῶν Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν –ἀντίθετα ἀπό τήν Ἐκκλησία µας– ὅτι ἡ Ἀνθρωπίνη Φύσις τοῦ Χριστοῦ ἐτελειοποιεῖτο βαθµηδόν καί ὅτι ἡ τελειοποίηση αὐτή ὁριστικοποιήθηκε μέ τήν Ἀνάστασή Του!
Ἡ ἀντορθόδοξη αὐτή θεώρηση υἱοθετεῖται καί ἀπό ἀρκετούς νέους θεολόγους, οἱ ὁποῖοι σήμερα χαρακτηρίζονται ἐπικριτικά ὡς Με­τα­πα­­τερικοί, κατ’ οὐσίαν, ὅμως, συνεχίζουν τήν θεολογία πού σπού­­­δα­σαν σέ παλαιοτέρους καθηγητές Δογματικῆς μέ συγκεχυμένη Χρι­­­στο­­­λογία. Αὐτοί οἱ Καθηγητές, στήν προσπάθειά τους νά τονίσουν τήν πραγματικότητα τῆς Ἀνθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ καί νά ἀπο­φύ­γουν τόν ἀφθαρτοδοκητισμό, κατήντησαν νά δημιουργήσουν τήν θε­ο­λο­γία τῆς …πνευματικῆς «διακινδυνεύσεως τοῦ Χριστοῦ»(!), υἱο­θετοῦντες τήν βλάσφημη ἐκδοχή ὅτι μποροῦσε ὁ Χριστός ἐπί τῆς γῆς νά ἁμαρτήση(!), ἀφοῦ –κατά τή γνώμη τους– «ὁ Ἰησοῦς δέν ἦτο ἀδιάφορος ἔναντι τῆς ἁμαρτίας οὔτε ἄτρωτος καί ἀπαθής, ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ Ὁμηρικοῦ Ἀχιλλέως. Ἡ ἁμαρτία ἠνώχλει αὐτόν, ὅτε ἐπει­ράζετο ὑπ’ αὐτῆς, διαρκῶς δέ ἠγωνίζετο κατ’ αὐτῆς»(!)2. Τελικά, κατ’ αὐτούς, ὁ Χριστός, νίκησε τήν ἁμαρτία …«ὡς κατόρθωμα τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας»3!
Ἀκολουθῶντας τήν καταδικασμένη ἀπό τήν Ἑκκλησία θεολογία καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας, ἔγραψε τό 1989: «Ὅποιος νομίζει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἔπεσε ἀπό τόν Οὐρανό τέλεια καί ἀναμάρτητη, σάν μετέωρο μαγικοῦ αἰφνιδιασμοῦ… αὐτός δέν θά κα­τα­λάβει ποτέ τό βαθμό τῆς κενώσεως πού καταδέχθηκε ὁ Θεός Λόγος»!
Βεβαίως, δέν μᾶς ἐξήγησαν ποτέ, αὐτῶν τῶν ἀπόψεων οἱ θεο­λό­γοι, πῶς μέ τέτοιες θεολογικές τοποθετήσεις θά ἀποφύγουν τό «ἀνάθεμα» τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συ­νό­δου «Εἴ τις ἀντιποιεῖται Θεοδώ­ρου τοῦ ἀσεβοῦς τοῦ Μοψουεστίας, τοῦ εἰπόντος ἄλλον εἶναι τόν Θεόν Λόγον καί ἄλλον τόν Χριστόν, ὑπό παθῶν ψυχῆς καί τῶν τῆς σαρκός ἐπιθυμιῶν ἐνοχλούμενον καί τῶν χειρόνων κατά μικρόν χωριζόμενον... ἀνάθεμα!»; Οὔτε ἔχουν δείξει μέχρι σήμερα μέ τά γρα­πτά τους διάθεση νά συναριθμηθοῦν μέ τούς ὁμόφρονας τῶν Ἁγίων Πατέρων μας, ἀφοῦ προϋπόθεση γι’ αὐτήν τήν συναρίθμηση εἶναι ἡ ἀποδοχή τοῦ «Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας», τό ὁποῖο ἐν προ­­κει­­­μέ­νῳ ἀποφαίνεται: «Τῶν λεγόντων ὅτι ἡ σάρξ τοῦ Κυ­ρίου, ἐξ αὐτῆς ἑνώ­σεως ὑπερυ­ψω­θεῖ­σα, καί ἀνωτάτω πάσης τι­μῆς ὑπερ­κειμέ­νη, ὡς ἐξ ἄκρας ἑνώ­σε­ως ὁμόθεος γενομένη, ἀμε­τα­βλή­τως, ἀνα­λοι­ώ­τως, ἀσυχγύτως, καί ἀτρέπτως, διά τήν καθ’ Ὑπό­στα­­σιν Ἕνω­σιν, καί ἀχωρίστως καί ἀδιασπάστως μένουσα τῷ προσ­λα­βομένῳ αὐτήν Θεῷ Λόγῳ, ἰσοκλεῶς αὐτοτιμᾶται καί προσκυνεῖται μιᾷ προσκυνήσει, καί τοῖς βασιλικοῖς καί θεῖοις ἐγκαθίδρυται θρόνοις ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ὡς τά τῆς Θεότητος αὐχήματα τῷ τρόπῳ τῆς ἀντιδόσεως, καταπλουτίσασα, σωζωμένων τῶν ἰδιο­τή­των τῶν Φύσεων, Αἰωνία ἡ μνήμη!».                                  
Ἡ Ὀρθόδοξη θεώρηση τῆς ἀνθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ προ­ϋ­ποθέτει τήν διάκριση μεταξύ τῆς Ἐναθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καί τῆς δευτέρας συγκαταβάσεώς Του νά ἐνεργήση τά ἀδιάβλητα πά­θη τῆς πεπτωκυΐας φύσεώς μας, δηλαδή, τήν πεῖνα, τήν δίψα, τόν κόπον, τήν αἱμάτωση, τήν δειλία τοῦ θανάτου, καί αὐτόν τόν θά­να­­τον, χωρίς νά εἶναι ὑποχρεωμένος νά τά ἐνεργήση λόγῳ τῆς «ἐξ ἄ­κρας συλ­λή­ψεως» θεώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως πού ἔλαβε.
Ὁ Χριστός εἶναι «ὁ νέος Ἀδάμ». Γεννᾶται χωρίς σπέρμα ἀνδρός, ὅπως ὁ Πρωτόπλαστος Ἀδάμ καί, συνεπῶς, ἀφοῦ γεννᾶται χωρίς σπέρ­μα, δέν εἶναι φορέας τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, τό ὁποῖο κλη­ρο­δο­τεῖ­ται διά τοῦ σπέρματος σέ ὅλους ἐμᾶς τούς μεταπτωτικούς ἀνθρώπους. Γι’ αὐτό, «ὡς νέος Ἀδάμ» καί, μάλιστα χωρίς νά πέση ὅπως ὁ Ἀδάμ, ὁ Χριστός εἶναι ὁ μόνος Τέλειος Ἄνθρωπος.
Νά ὑπογραμμίσουμε καί πάλι «ὅταν ὁμολογοῦμε ὅτι ὁ Χριστός ἔγινε Τέλειος Ἄνθρωπος, τοῦτο δέν σημαίνει ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε τά πρό­τυ­πά Του, ἀλλ’ ὅτι ἐμεῖς πρέπει νά μοιάσουμε σ’ Αὐτόν γιά νά γί­νου­με τέλειοι. Ἐμεῖς δέν εἴμαστε τέλειοι ἄνθρωποι. Εἴμαστε ἀτελεῖς, ἁμαρτωλοί, διεφθαρμένοι, πεπτωκότες»4
Ὁ Χριστός, ὅμως, εἶναι καί μείζων τοῦ προπτωτικοῦ Ἀδάμ, ὄχι μόνο γιατί δέν μιμήθηκε τόν Ἀδάμ στήν πτώση του ἀλλά γιατί εἶναι καί Τέλειος Θεός, ἀφοῦ ὡς Πρόσωπο τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς Του ὁ Χριστός ἔχει τό Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου.
Συνεπῶς, ὡς Τέλειος Θεός καί Τέλειος Ἄνθρωπος, ὡς Θεάν­θρω­πος ὁ Χριστός, δέν ὑπέκειτο σέ καμμία ἀνθρώπινη ἀνάγκη, δέν ἦταν ἀναγκασμένος νά ἐνεργήση τά ἀδιάβλητα πάθη μας, τίς συνέπειες, δηλαδή, καί τά ἐπιτίμια τῆς παρακοῆς τῶν πρωτοπλάστων, οὔτε ἦταν ἀναγκασμένος νά πεθάνη, ἀφοῦ ἀποκλειστική προϋπόθεση τοῦ θανάτου εἶναι ἡ ὑποχρεωτική καί ἀναγκαστική λειτουργία τῶν ἀδιαβλήτων παθῶν. Ἡ Ἀνθρωπίνη Φύσις τοῦ Χριστοῦ ὡς «καθαρά τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας οὐκ ἐχρεώστει δι’ ἑαυτήν θάνατον» (ἅγιος Μάξιμος καί Μ. Ἀθανάσιος). «Ὁ Χριστός ὡς ἄνθρωπος, μποροῦσε, ἐάν ἤθελε, νά μή ἀποθάνη»5.
Πρέπει, λοιπόν, νά συνειδητοποιήσουμε πώς ἄν ὁ Χριστός ἔφθα­νε μόνο μέχρι τῆς Ἐνανθρωπήσεώς Του, θά ἐθεώνετο μόνο ἡ ἀν­θρώ­πινη Φύση Του, στήν Ὁποία δέν θά μποροῦσε νά συμμετάσχη κα­νείς ἀπό ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, ἀφοῦ προϋπόθεση συμμετοχῆς μας σέ Αὐτήν θά ἦταν ἡ παντελής ἀπουσία ἀδιαβλήτων παθῶν, πρᾶγμα ἀδύνατον γιά ὅλους ἐμᾶς, οἱ ὁποῖοι ὡς ἀπόγονοι τῶν πεπτωκότων Πρωτοπλάστων εἴμαστε ἀναγκασμένοι καί νά πεινᾶμε καί νά διψᾶμε καί νά αἱματώνουμε καί νά κουραζόμαστε καί νά πεθαίνουμε.
Ἐάν ἤθελε ὁ Χριστός, μποροῦσε νά ζεῖ αἰωνίως ἐπί τῆς γῆς ὡς Θεάνθρωπος καί νά λοιδορῆ τήν ἀνθρωπότητα δείχνοντάς μας τόν Ἑαυτόν Του καί λέγοντάς μας: –Δεῖτε πῶς θά εἴσαστε ἄν δέ μέ παρακούατε! Τώρα δέν ὑπάρχει ἄλλη ἐκδοχή ἀπό τήν καταδίκη σας σέ αἰώνιο θάνατο!
Ὅμως ὁ Φιλάνθρωπος Θεός μας δέν ἔφθασε μόνο μέχρι τῆς Ἐναν­θρω­πή­σεώς Του. Δέν ἔλαβε μόνο τήν ἀνθρώπινη φύση μας ἀλ­λά προσέλαβε καί τά ἀδιάβλητα πάθη μας καί τά ἐνήργησε χωρίς ὑπερ­βολές καί καταχρήσεις, δηλαδή χωρίς ἁμαρτία. Αὐτή ἡ πρόσληψη τῶν ἀδιαβλήτων παθῶν μας ἀποκαλεῖται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας «πρόσ­λημμα» γιατί ἔλαβε ὡς κάτι ἐπί πλέον τῆς ἀνθρωπίνης φύ­σεως, κάνοντας δεύτερη συγκατάβαση μετά τήν συγκατάβαση τῆς Ἐνανθρωπήσεώς Του.
Βεβαίως, πρέπει νά διευκρινήσουμε ὅτι καί μετά τήν πρόσληψη τῶν ἀδιαβλήτων παθῶν, τά πάθη αὐτά δέν ἦσαν ἀναγκαιότητα τῆς Ἀν­θρω­πίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ καί γι’ αὐτό τά ἐνεργοῦσε ὅταν καί ὅσο Αὐτός ἤθελε. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς ἐξηγεῖ τό πῶς ἐνεργοῦσε τά ἀδιάβλητα πάθη ὁ Χριστός, ὥστε νά μήν πλανηθοῦμε οὔτε «ἐκ δεξιῶν» οὔτε «ἐξ ἀριστερῶν». Οὔτε νά ἐννοήσουμε αὐτά ὅ­πως οἱ «Ἀφθαρτοδοκῆται», πού ἐπίστευαν ὅτι ὁ Χριστός δέν ἐνερ­γοῦ­σε τά ἀδιάβλητα πάθη πραγματικά ἀλλά φαινομενικά, οὔτε νά τά ἐννοήσουμε ὅπως οἱ ἑτερόδοξοι καί οἱ Μεταπατερικοί, δηλαδή ὡς ὑποχρεωτικά καί ἀναγ­κα­στικά διότι, κυρίως, σ’ αὐτό τό σημεῖο προσ­κρούουν καί οἱ πιό παραδοσιακοί θεολόγοι μας, ταυτίζοντες τό πραγματικό μέ τό ἀναγκαστικό: «Ἀμέλει (=χωρίς ἀμφιβολία) τά φυσικά ἡμῶν πάθη κατά φύσιν καί ὑπέρ φύσιν ἦσαν ἐν τῷ Χριστῷ. Κατά φύσιν μέν γάρ ἐκινεῖτο ἐν αὐτῷ, ὅτε παρεχώρει τῇ σαρκί παθεῖν τά ἴδια• ὑπέρ φύσιν δέ ὅτι οὐ προηγεῖτο ἐν τῷ Κυρίῳ τῆς θελήσεως τά φυσικά• οὐδέν γάρ ἠναγκασμένον ἐπ’ αὐτοῦ θεωρεῖται, ἀλλά πάντα ἑκούσια• θέλων γάρ ἐπείνασε, θέλων ἐδίψησε, θέλων ἐδειλίασε, θέλων ἀπέθανεν»6.
Ἡ Θεολογία τῶν Ἁγ. Πατέρων μας ἑρμηνεύει μέ θεοπνευστία τίς δύο συγκαταβάσεις τοῦ Θεοῦ Λόγου, βεβαιώνοντάς μας καί ὡς πρός τό ὅτι «ἐξ ἄκρας ἑνώσεως» τοῦ Θεοῦ Λόγου μέ τήν ἀνθρώπινη Φύση ἐθεώθη ἡ Ἀνθρώπινη Φύσις τοῦ Χριστοῦ καί ὡς πρός τό πῶς ἡ θεωθεῖσα φύσις ἐνεργοῦσε ἀδιάβλητα πάθη, δεδομένου ὅτι ἡ Θέωσις σημαίνει πρωτίστως ἀναστολή τῶν ἀδιαβλήτων παθῶν.
Αὐτή τή σύζευξη ἔκαμε ὁ Θεάνθρωπος Χριστός διότι τά ἀδιάβλητα πάθη ἐνεργοῦντο ἀπό Ἐκεῖνον μέ τήν θέλησή Του, ὅταν καί ὅσο Αὐτός ἤθελε καί δέν ἐνεργοῦντο ἀναγκαστικά καί ὑποχρεωτικά. Αὐτό εἶναι στοιχεῖο τῆς «ὑπερφυοῦς φυσιολογίας τοῦ Χριστοῦ», κα­τά τήν ὁρολογία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου.
Πρέπει νά προσθέσουμε ὅτι ὁ Θεός Λόγος «ἐξ ἄκρας ἑνώσεως» μέ τήν Ἀνθρώπινη Φύση ἐθέωσε μέν τήν Φύση πού ἕνωσε μέ τόν Ἑαυ­τόν Του ἀλλά δέν τῆς ἔδωσε ἀτρεψία, ὅπως καί ὁ Πρωτόπλαστος Ἀδάμ δέν ἦταν ἄτρεπτος. Ἡ μή πρόσληψις τῆς ἀτρεψίας, δέν συνεπάγεται τήν φθορά οὔτε τήν ἀναγκαστική λειτουργία τῶν ἀδιαβλήτων παθῶν ἀλλά τήν ἑκούσια λειτουργία τους.
Αὐτή ἡ διάκριση μεταξύ Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ καί τῆς Προσ­λή­ψεως τῶν ἀδιαβλήτων Παθῶν μας, τά ὁποῖα ἑκουσίως κατεδέχθη ὁ Χριστός «διά τήν ἡμῶν σωτηρίαν», μᾶς ἀποκαλύπτει, ὅσον τό δυ­να­τόν στήν ἀνθρώπινη ἀναισθησία μας, τήν ἀπύθμενη ἀγάπη καί φι­λαν­θρω­πία τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ μας, ὁ ὁποῖος δέν δίστασε νά μᾶς ἀκολουθήση ἀκόμη καί στήν κατάσταση τῶν ἐπιτιμίων μας γιά νά λάβη ὡς ἀνταπόδοση τήν ἀσπλαχνία καί κακία μας, τούς «ἐμπτυσμούς καί μά­στιγας καί ραπίσματα καί κολαφισμούς καί Σταυ­ρόν καί θάνατον»!
Ἡ διάκριση μεταξύ Ἐνανθρωπήσεως καί προσλήψεως τῶν ἀδια­βλή­­­­των παθῶν μας ἑρμηνεύει καί τήν φράση τῆς Ἀκολουθίας τῆς Θ. Με­­­­τα­­­λή­ψεως, «Ὁ τῇ ἐνδόξῳ Σου Ἀναλήψει τῆς σαρκός θεώσας τό πρόσ­λημμα», ἡ ὁποία ἄλλως θά ἦταν ἀκατανόητη, ἀφοῦ θά ἐρχόταν σέ ἀντίθεση μέ τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας περί τῆς «ἐξ ἄκρας Ἑνώ­σεως» θεώσεως τῆς ἀνθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ.
Κατά τήν Ἐνανθρώπηση ἐθεώθη μόνο ἡ Ἀνθρωπίνη Φύσις τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ κατά τήν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ μας ἐθεώθη καί ἡ δική μας ἀνθρώπινη φύση, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ ἀναγκαστικά τά ἀδιάβλητα πάθη, ἀλλά χάριν τοῦ ὅτι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός ἐνήργησε ἑκουσίως καί ὄχι ἀναγκαστικῶς τά πάθη αὐτά, ἔπαψαν νά ἀποτελοῦν ἐμπόδιο γιά τήν θέωσή μας.
Τά ἑκούσια Πάθη τοῦ Χριστοῦ μας «ἐπήγασαν ἀπάθειαν, ζωήν καί ἀφθαρσίαν» γιά ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος καί ἀποτελοῦν τήν κορυφαία ἔκφραση τῆς Φιλανθρωπίας καί τῆς Ἀγάπης τοῦ Θε­οῦ μας. Σ’ αὐτήν τήν ἀγάπη ἀπαντήσαμε κάποτε μέ σκληροκαρδία. Μπο­ρεῖ, ὅμως, ὁ καθένας μας νά παύση νά συμμετέχη σ’ αὐτό τό «κάποτε» μέ τό «τώρα» τῆς εὐγνωμοσύνης, τῆς ἀφοσιώσεως καί τοῦ ἀστείρευτου πόθου υἱικῆς ἀνταποκρίσεως στήν ἀνεξιχνίαστη Ἀγάπη τοῦ Οὐρανίου Πατέρα μας!Καλή Ἀνάσταση στίς ψυχές μας!

π. Βασίλειος Ε. Βολουδάκης
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Αρ. Τεύχους 140
Ἀπρίλιος 2014

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον      www.egolpion.com 

Read more: http://www.egolpion.com/FFD7AA40.el.aspx#ixzz30AMxT8EJ