Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

ΘΛΙΨΙΣ ΥΠΟΜΟΝΗΝ ΚΑΤΕΡΓΑΖΕΤΑΙ


  Οι άνθρωποι φοβόμαστε την θλίψη, τη δοκιμασία, τον πόνο, το κακό. Μας θυμίζουν την ήττα και τον θάνατο. Έτσι, όταν νιώθουμε ότι μας περιμένει μία δυσάρεστη αλλαγή στη ζωή μας είτε καταφεύγουμε στον Θεό είτε αισθανόμαστε ότι υπάρχει μπροστά μας η οδός της απελπισίας. Η πίστη όμως δε βλέπει έτσι την πραγματικότητα. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο απόστολος Παύλος στουςΡωμαίους «η θλίψις υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει, ότι η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν» (Ρωμ. 5, 3-5). «Ξέρουμε καλά πως οι δοκιμασίες οδηγούν στην υπομονή, η υπομονή στο δοκιμασμένο χαρακτήρα, κι ο δοκιμασμένος χαρακτήρας στην ελπίδα. Κι η ελπίδα τελικά δεν απογοητεύει. Μαρτυρεί γι’ αυτό η αγάπη του Θεού, με την οποία το Άγιο Πνεύμα που μας δόθηκε, γέμισε και ξεχείλισε τις καρδιές μας».

             Πρόκειται για μία εντελώς διαφορετική θέαση της ζωής. Αντί να μιλά για την υπομονή ως φάρμακο στις δοκιμασίες, μιλά για τις δοκιμασίες που οδηγούν στην υπομονή. Δε θεωρεί τις δοκιμασίες απορριπτέες στη ζωή, αλλά ως την οδό που οδηγεί στην υπομονή. Η υπομονή χτίζεται με τις δοκιμασίες, δεν είναι έτοιμη κατάσταση. Και χρειάζεται η υπομονή στη ζωή μας, διότι γεννά χαρακτήρα δοκιμασμένο, δηλαδή χαλυβδωμένο και δυνατό, όχι ηττημένο, αλλά ανθεκτικό στην ήττα και τον πόνο και τον θάνατο. Αυτό βεβαίως δε συνεπάγεται αποδοχή τους, δηλαδή μοιρολατρία, αλλά επίγνωση των ορίων μας. Ότι δεν είμαστε αυτοί που ελέγχουμε τον κόσμο και τη ζωή, αλλά ο Θεός, ο οποίος επιτρέπει, για λόγους που Εκείνος γνωρίζει, συνήθως για τις αμαρτίες μας,  να περνάμε δυσκολίες, να χάνουμε, να αισθανόμαστε ότι δεν είμαστε εμείς που ελέγχουμε και κυβερνάμε την οδό μας, αλλά όλα ανήκουν αλλού. Ακόμη και εκείνοι που ζούνε με την ψευδαίσθηση ότι είναι πανίσχυροι, συνειδητοποιούν το εφήμερο της δυναστείας τους. Και μόνο έτσι ο δοκιμασμένος χαρακτήρας μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Να βρει την ελπίδα, δηλαδή την επίγνωση ότι τα πάντα είναι στον Θεό και Εκείνος θα βάλει το τελικό όριο τόσο στη δοκιμασία όσο και στην ήττα μας. Γιατί ακόμη και αυτά δείχνουν την αγάπη του Θεού, η οποία πλούσια έχει δοθεί στον καθέναν μας, δια του Αγίου Πνεύματος, και γεμίζει και ξεχειλίζει με περίσσεια ζωής τις καρδιές μας.

           Οι άνθρωποι σκεπτόμαστε διαφορετικά. Παρασυρμένοι από τον πονηρό και από το κοσμικό πνεύμα θεωρούμε ότι δικαιούμαστε μία αμέριμνη ζωή ή μία ζωή στην οποία τα πάντα θα έρχονται όπως μας αξίζουν. Το αντίθετο είναι αδικία. Και αυτό το μεταφέρουμε και στη σχέση μας με τον Θεό. Ζητούμε από Εκείνον την εκπλήρωση των ονείρων μας για ευτυχία. Θεωρούμε ότι είναι Δίκαιος όταν μας δίνει αυτό που μας αρέσει. Και αναρωτιόμαστε συνεχώς γιατί να συμβαίνει το αντίθετο. Δε θέλουμε έναν Θεό που δε μας ευχαριστεί, που δεν επιτρέπει στη ζωή να πορεύεται σύμφωνα με τις επιθυμίες μας. Δε θέλουμε έναν Θεό που αφήνει να φαίνεται ένας τρόπος προβληματισμού για το εφήμερο και υπέρβασής του. Θέλουμε έναν Θεό που να καταφάσκει στο εδώ και τώρα μας, ώστε να μπορούμε να βλέπουμε τα πάντα στην προοπτική της στιγμής, της ευχάριστης στιγμής. Και γι’ αυτό είτε λησμονούμε τον Θεό, είτε Τον απορρίπτουμε, είτε Τον θυμόμαστε στις δοκιμασίες μας, όχι για να μας βοηθήσει να αντέξουμε, αλλά για να τις πάρει από μας.

        Δεν είναι όμως αυτό το νόημα της χριστιανικής πίστης και γι’ αυτό οι πολλοί στέκουν αδιάφοροι έναντί της. Η πίστη που γεννιέται στην καρδιά αυτού που θέλει να αγαπήσει αληθινά τον Θεό δεν κοιτά το αποτέλεσμα, την ωφέλεια, το ευχάριστο, αλλά τη σχέση καθαυτή με Αυτόν που μας αγαπά. Η πίστη πηγάζει από την εμπιστοσύνη και είναι εμπιστοσύνη. Εμπιστεύομαι σημαίνει ότι αφήνω κατά μέρος κάθε προσανατολισμό προς τα έξω ή προς τον εαυτό μου και εργάζομαι σε ό,τι έχω κληθεί να παλέψω, υλικό, πνευματικό, κοινωνικό, με κριτήριο και έκβαση το θέλημα του Θεού. «Χαρά και λύπη ένα, ένα κι εγώ μαζί Σου» (Σταμάτης Σπανουδάκης), λέμε στον Θεό.  Αν οι ανθρώπινες σχέσεις, υπό την προϋπόθεση ότι τις παίρνουμε στα σοβαρά, γίνονται αφορμή περάσματος από την δοκιμασία στην υπομονή, από την υπομονή στον δυνατό χαρακτήρα, από τον δυνατό χαρακτήρα στην ελπίδα ότι η σχέση και η αγάπη θα κρατήσουν για πάντα ή για όσο περισσότερο γίνεται, πόσο μάλλον η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό περνά από αυτόν τον δρόμο. Αν μέσα από την πείρα των ανθρώπινων σχέσεων, βρίσκουμε νόημα και αξία στη ζωή μας, διότι υπερβαίνουμε την μοναξιά μας, πόσο μάλλον μέσα από την πείρα της σχέσης με τον Θεό βρίσκουμε νόημα και αξία αιωνιότητας, καθώς υπερβαίνουμε ακόμη και τις ήττες μας και τους φόβους μας και αγκαλιάζουμε Αυτόν που δε θα μας αφήσει ποτέ.

                Η πίστη χτίζεται. Ο δρόμος που περιγράφει ο Παύλος είναι ο τρόπος της. Οι πολλοί δεν τη θέλουν. Τη φοβούνται ή τη θεωρούν ξεπερασμένη.  Υποταγμένοι στο εφήμερο βλέπουν στο υλικό, στις επιθυμίες, στα μέσα της ζωής τις απαντήσεις στους φόβους και τις δοκιμασίες ή υποτάσσονται στα μεγάλα και αναπάντητα γιατί. Η Εκκλησία δια του Αγίου Πνεύματος και της εμπειρίας της μάς δείχνει την οδό της αποδοχής του θελήματος του Θεού, της αποδοχής των ορίων μας, της αποδοχής της αγάπης του Θεού που χτίζει επιπλέον πίστη, μας κάνει να νικούμε τα άγχη μας ή να τα διαχειριζόμαστε και τελικά να μην νικιόμαστε, καθώς έχουμε αιωνιότητα εντός μας και μπορούμε να χαρούμε ό,τι ωραίο μας δίδεται στη ζωή, χωρίς να το υποτάσσουμε στη δύναμη της αμαρτίας, του κακού, της εφήμερης απόλαυσης. Κι εδώ τελικά βρίσκεται η αληθινή δύναμη!

Κέρκυρα, 10 Ιουλίου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

ΒΟΥΛΟΜΑΙ ΣΕ ΔΙΑΒΕΒΑΙΟΥΣΘΑΙ


Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από αλήθεια στη ζωή μας ή από αυτό που θα θέλαμε να είναι η αλήθεια. Ζούμε σε καιρούς δύσκολους, χωρίς αληθινή παρηγοριά. Από την άλλη στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας θέλουμε να είμαστε αποδεκτοί. Θέλουμε οι άλλοι να μας αποδέχονται γι’  αυτό που είμαστε. Συχνά αρκούμαστε στο να προσποιούνται ότι μας αποδέχονται. Και βέβαια αυτό συμβαίνει και από τη δική μας πλευρά. Η κρίση των καιρών μας έχει κάνει καχύποπτους απέναντι σε όσους μας δίνουν διαβεβαιώσεις. Η ανάγκη όμως για αποδοχή μας οδηγεί στο να αποδεχόμαστε λόγους που η στοιχειώδης κριτική και αυτοκριτική θα οδηγούσε στο αυτονόητο συμπέρασμα ότι δεν είναι αληθινοί. Μας αρέσουν τα παραμύθια και οι μαγικές εικόνες, ίσως διότι δεν είμαστε σε θέση να δούμε τον αληθινό εαυτό μας και κυρίως επειδή δε θέλουμε να αποφασίσουμε να αλλάξουμε.  Γιατί η αλήθεια είναι πρόκληση αλλαγής. Και γι’  αυτό όποιος μας διαβεβαιώνει ότι καλούμαστε να ακολουθήσουμε δύσκολους δρόμους, δεν είναι αρεστός. Είναι πλατιά η πύλη της απώλειας και στενή και τεθλιμμένη η οδός για όσους αναζητούν με την ύπαρξή τους, με την ψυχή τους την αλήθεια.

                Ο απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί μία ισχυρή φράση γράφοντας στον μαθητή του Τίτο, επίσκοπο Κρήτης: «βούλομαί σε διαβεβαιούσθαι, ίνα φροντίζωσι καλών έργων προΐστασθαι οι πεπιστευκότες τω Θεώ» (Τίτ. 3, 8). «Θέλω να βεβαιώνεις τους λόγους της πίστης με την προσωπική σου μαρτυρία, ώστε όσοι έχουν πιστέψει στον Θεό να φροντίζουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα». Ο Παύλος είναι βέβαιος για την αλήθεια των λόγων της πίστης και μεταδίδει την αλήθεια τους στον μαθητή του. Την ίδια στιγμή ζητά από εκείνον να γίνει συνεχιστής αυτής της μαρτυρίας και να διαβεβαιώνει την αλήθεια των λόγων όχι μόνο με τη διδαχή τους στους ανθρώπους, αλλά και με το παράδειγμά του. Με  τον τρόπο αυτό οι όποιοι λόγοι καθίστανται βίωμα ενός ηγέτη, καθώς ο Τίτος ήταν επίσκοπος, επικεφαλής της χριστιανικής κοινότητας, του λαού του Θεού.

Θα ήταν μία εύκολη ηθικολογική παραίνεση ο λόγος του Παύλου. Για κάποιους θα ήταν ένας εγωκεντρισμός και την ίδια στιγμή μία πιθανή παραβίαση του δικαιώματος στην ελευθερία. Για να λέει ο Παύλος στον Τίτο να διαβεβαιώσει με την προσωπική του μαρτυρία, σημαίνει ότι και ο ίδιος ο Παύλος εκφράζει μία τέτοια διαβεβαίωση, με τη δική του προσωπική μαρτυρία. Αυτό, ιδίως στην εποχή μας, μοιάζει μάλλον αδιανόητο. Ζούμε σε έναν παντοδύναμο ατομοκεντρισμό. Το «εγώ»  μας αναπτύσσεται με κριτήριο τη δική μας σκέψη, τα δικά μας συναισθήματα, τη δική μας βούληση. Μεγαλώνουμε, αναπτυσσόμαστε, παιδαγωγούμαστε ότι εκ φύσεως ξέρουμε τι είναι καλό για μας και δεν έχουμε ανάγκη ούτε από διαβεβαιώσεις ούτε από παραδείγματα. Ο πολιτισμός μας μάς δίνει δικαίωμα λόγου. Μπορούμε να σχολιάζουμε τους πάντες και τα πάντα, με μία οίηση και με μία αίσθηση αυτο-αυθεντίας που κυριολεκτικώς σαρώνει κάθε άλλη άποψη. Ακόμη και η επιχειρηματολογία μας ελάχιστη σεμνότητα διαθέτει. Χρησιμοποιούμε λόγους και απόψεις, κάποτε αυθεντικούς και αληθινούς, αλλά με τρόπο μερικό και αποσπασματικό, μη μπορώντας να δούμε το συνολικό πλαίσιο ένταξής τους. Γι’  αυτό και στους δρόμους και της πίστης αυτοαναγορευόμαστε ως είτε οι αυθεντικοί ερμηνευτές είτε οι έχοντες σκέψη και λόγο αληθείας επειδή είμαστε εμείς. Και αναζητούμε αντίστοιχους εκφραστές ή ποδηγέτες τέτοιων στάσεων ζωής μόνο και μόνο για να αυτοδικαιωθούμε ή να κατηγορήσουμε ή να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε μόνοι μας.

Ο λόγος του Παύλου όμως δεν είναι αναμάσημα απόψεων άλλων ή καρπός αυτοδικαίωσης. Είναι αυθεντικό βίωμα εμπειρίας Θεού. Κοινωνίας με τον ίδιο τον Χριστό και την ίδια στιγμή απόσταγμα πορείας αγάπης, ιεραποστολής, μαρτυρίου, θυσίας, κυοφορίας ανθρώπων εις Χριστόν. Δεν μιλά για μία εμπειρία άλλων, αλλά για μία κατάσταση που ζει ο ίδιος. Γι’  αυτό και είναι λόγος αυθεντικός. Την ίδια στιγμή είναι λόγος δικαιωμένος από την Εκκλησία. Δεν εξέφρασε μία προσωπική μαρτυρία, προσωπική διαβεβαίωση, αλλά έθεσε όχι μόνο την άποψή του αλλά τον ίδιο τον εαυτό του στην κρίση της Εκκλησίας. Και ήδη η Εκκλησία από την εποχή του τον είχε καταστήσει αυθεντία. Τον είχε αποδεχτεί και ως πρόσωπο, ως Παύλο τον Ταρσέα, και ως θεσμό, ως τον ιδρυτή κατά τόπους Εκκλησιών, αποδίδοντάς του ένα κύρος μοναδικό. Και ο λόγος του παραμένει εν ισχύι, όντας αποτυπωμένος στην Αγία Γραφή, διότι στους αιώνες παραμένει αυθεντικός. Και ο χρόνος μάς διαβεβαιώνει για την αλήθεια του. Άντεξε. Και θα αντέχει.

Είναι αυθεντικός λοιπόν ο λόγος του Παύλου διότι είναι μία πρόκληση αλλαγής. Μία πρόκληση εξόδου από το εγώ μας. Πρόκληση υπέρβασης του εαυτού μας, των φόβων μας, των αγωνιών μας, των όσων μας ταλαιπωρούν. Πρόκληση εξόδου από την παντοδυναμία της προσωπικής μας αλήθειας. Στην Εκκλησία είναι η αλήθεια. Στην πίστη. Στο Ευαγγέλιο. Στους αγίους που άντεξαν στους αιώνες. Και αν για κάτι κυρίως αγιάζουν όσοι αγιάζουν δεν είναι για το μεμονωμένο και μερικό των λόγων τους, αλλά για την εναπόθεση της ελπίδας τους και την κατάθεση της αλήθειας τους στο σώμα του Χριστού, που είναι η Εκκλησία και στην ετοιμότητά τους να ζήσουν τόσο το μαρτύριο της συνειδήσεως όσο και το μαρτύριο του αίματος, για να μην μπορεί τίποτε να τους χωρίσει από την αγάπη του Χριστού.

Οι ανά τους αιώνες αιρετικοί δεν είχαν ούτε θα έχουν αυτά τα τρία κριτήρια.Την εμπειρία σε προσωπικό επίπεδο του Χριστού. Την ταπείνωση να θέτουν την αλήθεια τους στην κρίση της Εκκλησίας με σεμνότητα συνήθως, αλλά και τη δέουσα μαχητικότητα, η οποία όμως δεν αποσκοπεί στην εξουθένωση και τη διάλυση των άλλων, αλλά στον φωτισμό τους. Και το αντέχουν τόσο τα πρόσωπά τους όσο και οι θέσεις τους στον χρόνο, στην αυθεντία του σώματος του Χριστού που πορεύεται. Οι αιρετικοί συστήνουν δικές τους εκκλησίες, για να δημιουργήσουν μία νέα παράδοση, προσελκύοντας όλους εκείνους που γοητεύονται από την αίσθηση της μαχητικότητας, της προσωπικής ερμηνείας, της παρηγοριάς που ξεγελά, του αταπείνωτου φρονήματος, μίας εγωιστικής βεβαιότητας ότι έχουμε δίκιο. Ο δρόμος εκτός Εκκλησίας είναι δρόμος ταλαιπωρίας και οδηγεί στον κρημνό της απώλειας τόσο στον χρόνο όσο και στην αιωνιότητα, παρότι το έλεος του Θεού είναι πάντοτε αμέτρητο και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι δίνει στον κάθε άνθρωπο προσωπικά. Γι’  αυτό και επιλέγουμε να είμαστε εντός της Εκκλησίας. Για να κρατιόμαστε στην αυθεντικότητα. Αρκεί να έχουμε σεμνότητα ψυχής, ώστε ακόμη και οι απόψεις μας ή η χρήση απόψεων άλλων που γεύτηκαν την εμπειρία του Χριστού, να μην μας αναγορεύουν σε αυτο-αυθεντίες, αλλά με σεβασμό προς το σώμα του Χριστού να εκφραζόμαστε χωρίς φόβο μεν, χωρίς όμως να γινόμαστε και τιμητές των πάντων που διαφωνούν με μας.

Το κριτήριο του εγωκεντρισμού πέρασε από την αίρεση στον πολιτισμό. Ο σύγχρονος πολιτισμός υιοθετεί, είτε το κατανοεί είτε όχι, τον τρόπο της αίρεσης. ΜΜΕ, τέχνη, πολιτική, αθλητισμός, σύγχρονη κουλτούρα, παιδεία, διανόηση θεοποιούν την προσωπική έκφραση με θέλοντας να τη θέσουν στην κριτική του σώματος, κάθε είδους. Ίσως γιατί είναι δύσκολο να ενταχθούμε σε σώμα το οποίο προϋποθέτει πνεύμα ταπείνωσης και μαθητείας. Μας είναι δύσκολο να αποδεχθούμε ότι η ελευθερία μας, για να έχει νόημα, χρειάζεται να συνδέεται με την αγάπη και την ταπεινότητα και κυρίως να συναντά αυθεντικά το πρόσωπο του άλλου. Να θέλει να δώσει και να πάρει. Να ξεκινά πρώτα από το να μάθει, να ακούσει, να προσλάβει και στη συνέχεια να κυοφορήσει αλήθειες, τις οποίες να προτείνει. Λείπει το μπόλιασμα του πολιτισμού από την Εκκλησία. Και παρά τη συνεχόμενη αποτυχία νοηματοδότησης, τον ακολουθούμε άβουλοι, επειδή κλείνουμε τα μάτια στην ζώσα παρουσία του Χριστού. Ως μέλη του σώματός Του ας κάνουμε το βήμα φανέρωσης της όντως Αλήθειας στη ζωή και τους άλλους και Εκείνος θα φωτίσει.

Κέρκυρα, 17 Ιουλίου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

«ΜΑ, ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΡΔΙΑ;»


   

           Οι άνθρωποι συχνά αναρωτιόμαστε για εκείνους που η συμπεριφορά τους είναι ανάλγητη έναντι των πολλών: «Μα, δεν έχουν καρδιά;». Ιδίως με τα συχνά γεγονότα βίας, θανάτων, εγκληματικότητας, τρομοκρατίας, όταν η ανθρώπινη ζωή θεωρείται παράπλευρη απώλεια στο όνομα ενός «ιερού σκοπού» ή στο όνομα της ικανοποίησης προσωπικών παθών, κυρίως της εκδίκησης και του μίσους, όπως επίσης και όταν οι άνθρωποι εκμεταλλεύονται τους άλλους ανθρώπους μέσα από μηχανισμούς όπως η οικονομία και η πολιτική, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο: «Γιατί δεν έχουν καρδιά;». Ασφαλώς και υπάρχει μεταφορικότητα στην διατύπωση. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε την σωματική, τη βιολογική μας καρδιά. Αυτό που κάποτε στερούμαστε είναι η δοτική μας καρδιά. Την ψυχική και πνευματική. Κυριαρχεί ο νους μας. Οι διαλογισμοί ανεβαίνουν στην καρδιά μας και την αποψυχικοποιούν. Την καθιστούν απλώς το κέντρο της βιολογικής λειτουργίας και δεν την αφήνουν να γίνει το κέντρο της σύνολης ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, θριαμβεύει η σκληρότητα στον κόσμο.

                Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Ρωμαίους, εκφράζει μέσα από μία φράση, το πώς η πίστη βλέπει την καρδιά του ανθρώπου και πώς αυτό μεταφέρεται στον λόγο: «καρδία γαρ πιστεύεται εις δικαιοσύνην, στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν» (Ρωμ. 10, 10). «Με την καρδιά ο άνθρωπος πιστεύει ό,τι οδηγεί στη δικαίωση, με το στόμα ομολογεί ό,τι οδηγεί στη σωτηρία». Ο Παύλος εμμέσως στηλιτεύει την ανθρώπινη υποκρισία. Να λέμε χωρίς να πιστεύουμε αυτά που λέμε. Δεν είναι ο νους και οι ιδέες που προηγούνται, αλλά η καρδιά. Και καρδιά δε σημαίνει μόνο συναισθήματα. Καρδιά σημαίνει αγάπη που γίνεται πληρωτική της ύπαρξης. Σημαίνει ροπή του ανθρώπου να μοιράζεται τη ζωή και την ελπίδα με τον συνάνθρωπο. Να μη προτάσσει το προσωπικό συμφέρον. Το πνεύμα της εξουσίας. Την ιδιοτέλεια. Της ικανοποίησης των ατομικών επιθυμιών εις βάρος των άλλων, ανεξαρτήτως του πόσο τους πληγώνουμε. Καρδιά σημαίνει  χαρά που προέρχεται από την αρετή. Από τον αγώνα για υπερνίκηση των παθών. Από το σβήσιμο της λύπης μέσα από την ελπίδα προς τον Θεό και την πρόνοιά Του. Καρδιά σημαίνει μεταμόρφωση του σύνολου ανθρώπου σε πρόσωπο, αγαπώσα ύπαρξη. Και χαρακτηριστικό της γνήσιας αγάπης είναι η αλήθεια. Η συνέπεια βιώματος, στάσης ζωής και λόγων.

        Η καρδιά συνδυάζεται με την δικαίωση του ανθρώπου για τις επιλογές της ζωής του. Κυρίως ενώπιον κρίσεων και σταυρών. Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τις περιστάσεις έχει να κάνει με τον τρόπο που βλέπει η καρδιά μας. Με τις προτεραιότητές μας. Δεν είναι εύκολο για τον άνθρωπο να διαχειριστεί τα συναισθήματά του. Κυρίως την λύπη, τον φόβο και την αγωνία για πραγματικές ή επίφοβες δοκιμασίες. Αυτές που απειλούν την επιβίωση τόσο του ιδίου όσο και των ανθρώπων που αγαπά. Συνήθως ο κόσμος βλέπει τη δικαίωση ως την επικράτηση των επιλογών, των θέσεων, των ιδεών, ως την προσωπική δόξα και τον θρίαμβο της προσωπικότητάς μας, ως την αποδοχή από τους άλλους, τους εγγύς και τους μακράν, ως την μέθη από τις επιτυχίες και την εκπλήρωση των στόχων. Ως την απόδειξη ότι έχουμε δίκιο. Όμως η αληθινή δικαίωση έχει να κάνει με το άνοιγμα και την οικείωση της αιωνιότητας. Το να εκπληρώνει ο άνθρωπος το θέλημα του Θεού. Κι αυτό δεν είναι θέμα μόνο διανοητικό. Ιδεολογικό. Είναι κυρίως θέμα καρδιακό. Δεν αρκεί να πιστεύουμε με το μυαλό και το στόμα. Αν η καρδιά μας δεν εμπιστεύεται τον Θεό και την αγάπη Του, με όποιον τρόπο κι αν εκδηλώνεται αυτή, αν δεν είναι εύκολο το «είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον», τότε μεταπίπτουμε στον τρόπο της κοσμικής δικαίωσης και αποζητούμε την ανθρώπινη δόξα. Παραδιδόμαστε έτσι στην ματαιότητα του εφήμερου. Και ο θάνατος καραδοκεί, ενώ συχνά προσποιούμαστε. Άλλα θέλουμε, άλλα πιστεύουμε, άλλα παρουσιάζουμε.

        Αποτέλεσμα της καρδιάς που πιστεύει  στο θέλημα του Θεού είναι και η διά στόματος ομολογία ενώπιον των άλλων ανθρώπων αυτής της πίστης. Η πιστεύουσα και αγαπώσα καρδία έχει νικήσει τον φόβο της απόρριψης. Ομολογεί ενώπιον των ανθρώπων με παρρησία ό,τι και Όποιον πιστεύει. Όχι όμως για να κάνει κακό στους άλλους. Αλλά για να δείξει ότι υπάρχει η οδός της αλήθειας. Αυτή που αγιάζει και σώζει. Αυτή που νοηματοδοτεί την πορεία στο αιώνιο. Και μοιράζεται, από το περίσσευμα ή το υστέρημά της ό,τι έχει, για να δώσει και στους άλλους. Δεν είναι μόνο ο θεωρητικός λόγος. Είναι και η πράξη. Κι εκεί προτιμά να αφήσει κατά μέρος το συμφέρον, προκειμένου να φανερώσει την αγάπη. Αυτή είναι και η διαφορά της αυθεντικής χριστιανικής παράδοσης. Η ομολογία δεν έχει να κάνει με την περιφρόνηση των άλλων, ούτε με την συντριβή τους ή την εξαφάνισή τους, δεν είναι απόδειξη πνεύματος εξουσίας, αλλά ταπεινή έκφραση του σε Ποιον ανήκουμε, δηλαδή στον Χριστό. Και γι’  αυτό η χριστιανική παράδοση μπορεί να συνυπάρξει με όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως διαφορών.

         «Γιατί δεν έχουν καρδιά;». Το ερώτημα μάλλον πρέπει να διατυπωθεί αλλιώς. «Σε Ποιον και σε τι πιστεύει η καρδιά τους;». Η απουσία του αληθινού Θεού, της Εσταυρωμένης Αγάπης οδηγεί στην επίδειξη δύναμης, εξουσίας, οίησης. Το έλλειμα της πίστης οδηγεί στην αδιαφορία.   Η απάντηση δεν είναι να διώξουμε περαιτέρω τον Θεό από τις ζωές μας, αλλά να Τον καλέσουμε να τις μεταμορφώσει. Να μάθουμε και να πιστέψουμε με την καρδιά μας, για να ζήσουμε την αλήθεια που μοιράζεται και δεν καταστρέφει. Αυτή είναι και η ευθύνη όλων όσων θέλουμε οι κοινωνίες μας να έχουν τουλάχιστον υποδείγματα ζωής.

Κέρκυρα, 24 Ιουλίου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Περί των ακτίστων ενεργειών


(Επιστολή προς το περιοδικό «Εφημέριος», η οποία δημoσιεύτηκε στο τεύχος Μαϊου – Ιουνίου 2016)

Παρακολουθώ με πολύ ενδιαφέρον τη συζήτηση που έχει διαμειφθεί τα τελευταία τρία περίπου χρόνια μέσω των σελίδων του «Εφημερίου» για τις ενέργειες του Θεού και για τον τρόπο που ενεργούν στον άνθρωπο, καθώς και τα συναφή ερωτήματα που έχουν προκύψει. Επιτρέψτε μου επιγραμματικά να αναφερθώ σε μερικά σημεία, καθότι είναι ηλίου φαεινότερο ότι ο εν γένει προβληματισμός έχει ως αφετηρία αφ” ενός μεν την καλή πρόθεση όλων όσοι ώς σήμερα συμμετείχαν στον διάλογο, δηλαδή την αναζήτηση της διδασκαλίας της Εκκλησίας, αφ” ετέρου δε την παρανόηση ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εκαινοτόμησε ομιλών περί του ακτίστου φωτός και των ακτίστων ενεργειών του Θεού.

Η έρις, ωστόσο, του 14ου αι. μεταξύ του λατίνου μοναχού Βαρλαάμ και του μαθητή του Ακινδύνου αφ” ενός, και του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αφ’ ετέρου, δεν έθεσε για πρώτη φορά το θέμα των θείων ενεργειών αλλά αποτελεί αναζωπύρηση αρχαιότατης διαμάχης περί την Αγία Τριάδα. Έτσι, για τη διάκριση μεταξύ θείας ουσίας και θείων ενεργειών μίλησαν, με αφορμή την αιρετική διδασκαλία του Ευνομίου, οι άγιοι Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Μ. Βασίλειος και Γρηγόριος Νύσης, καθώς και οι μετά από αυτούς, συμπεριλαμβανομένου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Πρώτη διάκριση είναι αυτή των όντων. Ο Θεός ονομάζεται άκτιστος, σε αντιδιαστολή με την ορατή και την αισθητή κτίση: «Καὶ πρῶτόν γε τὰ ὄντα διαιρήσωμεν. Εὑρήσομεν γὰρ ἅπαντα εἴς τε κτιστὸν καὶ ἄκτιστον διαιρούμενα· εἴ τι γάρ ἐστιν ἐν τοῖς οὖσιν, ἢ ἄκτιστος φύσις ἐστὶν ἢ κτιστή. Ἀλλ” ἡ μὲν ἄκτιστος καὶ δεσποτικὴ καὶ πάσης ἀνάγκης ἐλευθέρα, ἡ δὲ κτιστὴ δουλικὴ καὶ νόμοις δεσποτικοῖς ἑπομένη· καὶ ἡ μὲν κατ” ἐξουσίαν ἃ ἂν βούληται καὶ ποιοῦσα καὶ δυναμένη, ἡ δὲ τὴν διακονίαν ἣν παρὰ τῆς θεότητος εἴληφεν μόνην καὶ δυναμένη καὶ πληροῦσα»[1].

Δεύτερη διάκριση είναι αυτή της ουσίας και των ενεργειών του Θεού. Η ουσία του Θεού είναι απλή και ακατάληπτος[2]. Οι θείες ενέργειες φθάνουν ώς εμάς και μάς καθιστούν γνωστά όσα μπορούμε να γνωρίζουμε για τον Θεό[3].

Επειδή η ενέργεια αποτελεί φυσική κίνηση της ουσίας[4], η θεία ουσία δεν μπορεί παρά να έχει τη δική της ενέργεια (γιατί μία κατ” ουσίαν είναι η θεία ενέργεια, φωτιστική και ζωοποιός και δημιουργική και συνεκτική και αγιαστική των απάντων)[5]. «Εἰ δὲ μὴ καρπογόνος ἐστὶν αὐτὴ ἡ θεία οὐσία, ἀλλ” ἔρημος, κατ” αὐτοὺς, ὡς φῶς μὴ φωτίζον, καὶ πηγὴ ξηρὰ, πῶς δημιουργικὴν ἐνέργειαν ἔχειν αὐτὸν λέγοντες οὐκ αἰσχύνονται;»[6]. Αν η θεία ουσία είναι άκτιστος, τότε άκτιστες είναι και οι θείες ενέργειες. Η δημιουργική άκτιστος ενέργεια του ακτίστου Θεού παρήγαγε «ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό εἶναι» τα σύμπαντα· αν την εκλάβουμε ως κτιστή, τότε εισάγουμε νέο κτιστό πριν το κτιστό, κάποιον μεσάζοντα ανάμεσα στον Θεό και στην κτίση, ή έστω, κάποιο όργανο, πράγμα άτοπο[7].

Το ίδιο ισχύει για όλες τις ενέργειες του Θεού, που δεν είναι παρά εκφάνσεις της μιάς θείας ακτίστου ενεργείας (γι’ αυτό και δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι άλλες ενέργειες του Θεού είναι άκτιστες και άλλες κτιστές). Ο Θεός κοινωνεί με το κτιστό διά των ακτίστων ενεργειών του· η ρήση του Κυρίου «ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ” αὐτῷ ποιήσομεν»[8], φανερώνει την παρουσία του Θεού διά των ακτίστων ενεργειών του, αφού ο άνθρωπος δεν μπορεί να κοινωνήσει της ουσίας του Θεού, και συνάμα ότι ο άνθρωπος έχει πλαστεί να είναι δεκτικός των ακτίστων ενεργειών και να κοινωνεί με τον Θεό δι” αυτών. Η θέα πάλι του Θεού δεν αποτελεί σωματική όραση αλλά ανύψωση του νου, διά των θείων ενεργειών, προς κατανόηση του ίδιου του Θεού. Πώς είδε τον Υιό του Θεού ο πρωτομάρτυς Στέφανος, ρωτά ο άγ. Γρηγόριος Νύσσης, αφού «θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε»; και απαντά: «οὐκ ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει τε καὶ δυνάμει μένων τὸ θεῖον βλέπει͵ ἀλλὰ πρὸς τὴν τοῦ ἁγίου πνεύματος χάριν ἀνακραθεὶς δι΄ ἐκείνου ὑψώθη πρὸς τὴν τοῦ θεοῦ κατανόησιν»[9]. Ομοίως, το φως της Μεταμορφώσεως δεν ήταν άλλο από το άκτιστο φως της θεότητος: «Οὐκ ἔξωθεν ἡ δόξα τῷ σώματι προσεγένετο͵ ἀλλ΄ ἔνδοθεν ἐκ τῆς ἀῤῥήτῳ λόγῳ ἡνωμένης αὐτῷ καθ΄ ὑπόστασιν τοῦ Θεοῦ Λόγου ὑπερθέου θεότητος»[10]. Το φώς, η «δόξα» που είδαν οι μαθητές, δεν ήταν η ίδια η θεότης, η ουσία του Θεού, αλλά «ἐκ τῆς θεότητος», δηλαδή άκτιστη ενέργεια αναβλύζουσα από την θεότητα. Αυτής της φωτιστικής του νου ακτίστου χάριτος του Θεού είδαν ο πρωτομάρτυς Στέφανος, οι μαθητές στο Θαβώρ, οι ησυχαστές για τους οποίους ομιλεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

Απόδειξη ότι η ανθρώπινη φύση είναι δεκτική της ακτίστου χάριτος του Θεού, αποτελεί η ενανθρώπιση του Χριστού, ο οποίος είναι «τέλειος Θεός κατά την θεότητα και τέλειος άνθρωπος κατά την ανθρωπότητα, όμοιος ημίν κατά πάντα εκτός αμαρτίας». Διαφορετικά, πρέπει να δεχθούμε είτε ότι δεν ήταν όντως Θεός (βλ. Αρειανισμός) είτε ότι απορροφήθηκε η ανθρώπινη από τη θεία φύση (Μονοφυσιτισμός) είτε ότι ο Χριστός είχε μία ενέργεια (Μονοενεργητισμός, Μονοθελητισμός). «Δύο δὲ καὶ τὰς ἐνεργείας φαμὲν ἐπὶ τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· εἶχε γὰρ ὡς μὲν θεὸς καὶ τῷ πατρὶ ὁμοούσιος τὴν θείαν ἐνέργειαν καὶ ὡς ἄνθρωπος γενόμενος καὶ ἡμῖν ὁμοούσιος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τὴν ἐνέργειαν. […] Εἰ μία τοῦ δεσπότου Χριστοῦ ἡ ἐνέργεια, ἢ κτιστὴ ἔσται ἢ ἄκτιστος· μέσον γὰρ τούτων οὐκ ἔστιν ἐνέργεια ὥσπερ οὐδὲ φύσις. Εἰ οὖν κτιστή, κτιστὴν μόνην δηλώσει φύσιν· εἰ δὲ ἄκτιστος, ἄκτιστον μόνην χαρακτηρίσει οὐσίαν»[11]. Δεκτική της χάριτος του Θεού ήταν και η Παναγία, κατά τον αψευδή λόγο του αρχαγγέλου Γαβριήλ: «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι» (Λουκ. 1.35)·

«Καὶ τότε ἐπεσκίασεν ἐπ΄ αὐτὴν ἡ τοῦ θεοῦ τοῦ ὑψίστου ἐνυπόστατος σοφία καὶ δύναμις͵ ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ ὁ τῷ πατρὶ ὁμοούσιος͵ οἱονεὶ θεῖος σπόρος καὶ συνέπηξεν ἑαυτῷ ἐκ τῶν ἁγνῶν καὶ καθαρωτάτων αὐτῆς αἱμάτων σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ͵ ἀπαρχὴν τοῦ ἡμετέρου φυράματος͵ οὐ σπερματικῶς ἀλλὰ δημιουργικῶς διὰ τοῦ ἁγίου πνεύματος»[12]. Ας έχουμε δε κατά νου ότι «ἄλλο ἐστὶν ἐνέργεια καὶ ἄλλο ἐνεργητικὸν καὶ ἄλλο ἐνέργημα καὶ ἄλλο ἐνεργῶν. Ἐνέργεια μὲν οὖν ἐστιν ἡ δραστικὴ καὶ οὐσιώδης τῆς φύσεως κίνησις· ἐνεργητικὸν δὲ ἡ φύσις, ἐξ ἧς ἡ ἐνέργεια πρόεισιν· ἐνέργημα δὲ τὸ τῆς ἐνεργείας ἀποτέλεσμα· ἐνεργῶν δὲ ὁ κεχρημένος τῇ ἐνεργείᾳ ἤτοι ἡ ὑπόστασις»[13].

Κατά συνέπεια, το αποτέλεσμα των ακτίστων ενεργειών του Θεού, οι οποίες επενεργούνται πάντοτε επί του κτιστού, άλλοτε είναι νοητό, άλλοτε αισθητό, άλλοτε δημιουργικό, άλλοτε ιαματικό, άλλοτε ζωοποιητικό, άλλοτε καθαρκτικό της ψυχής και άλλοτε θαυματουργικό· ουδέποτε όμως δύναται να χαρακτηρισθεί ως «κτιστό» ή «άκτιστο». Δεν μπορεί, τέλος, παρά να απορήσει κανείς διαβάζοντας περί «κτιστού Θεού», ειδικά σε ό,τι αφορά στό Σώμα και στο Αίμα του Χριστού κατά την Θεία Ευχαριστία· «Πιστεύω, Κύριε, καὶ ὁμολογῶ ὅτι σὺ εἶ ἀληθῶς ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ. Ἔτι πιστεύω, ὅτι τοῦτο αὐτό ἐστι τὸ ἄχράντον Σῶμα σου καὶ τοῦτο αὐτό ἐστι τὸ τίμιον Αἷμα σου», λέει ο ιερέας λίγο πριν τη Θεία Κοινωνία. Το σώμα του Χριστού, η ανθρώπινη φύση του, δεν είναι χωρισμένη από τη θεία του φύση αλλά είναι πάντοτε ενωμένες «ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως και αναλλοιώτως» κατά την διδασκαλία της Εκκλησίας.

Το ζήτημα, βέβαια, εάν προσλαμβάνουμε τον Χριστό ή εάν ενωνόμαστε στο αδιαίρετο σώμα του, ποιός ο τρόπος της μεταβολής των τιμίων δώρων και τί συμβαίνει μέσα μας με την Θεία Κοινωνία, ξεφεύγει του παρόντος· διεξοδικές απαντήσεις έδωσε η Ορθόδοξη Εκκλησία, ακολουθώντας τη διαχρονική αποστολική και πατερική διδασκαλία, τόσο κατά τους διαλόγους με τους Προτεστάντες κατά τον 16ο αι., όσο και κατά την περί συχνής μεταλήψεως έριδα του Άθω κατά τον 18ο αιώνα.

π. Χερουβείμ Βελέτζας

Ιεροκήρυκας της Ι. Μ. Κερκύρας και Παξών [6 Ιουνίου 2016]

========================

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Αγ. Ιουστίνου, φιλοσόφου και μάρτυρος, Ἔκθεσις τῆς ὀρθῆς πίστεως.

[2] «Ἄπειρον οὖν τὸ θεῖον καὶ ἀκατάληπτον, καὶ τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καὶ ἡ ἀκαταληψία». Αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού, Ἔκφρασις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, κεφ. 4.

[3] «Ἀλλ΄ ἁπλοῦς͵ φησίν͵ ὁ Θεός͵ καὶ πᾶν ὅπερ ἂν αὐτοῦ ἀπαριθμήσῃ γνωστὸν τῆς οὐσίας ἐστί. [..] Ἡμεῖς δὲ ἐκ μὲν τῶν ἐνεργειῶν γνωρίζειν λέγομεν τὸν Θεὸν ἡμῶν, τῇ δὲ οὐσίᾳ αὐτῇ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα. Αἱ μὲν γὰρ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς καταβαίνουσιν͵ ἡ δὲ οὐσία αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος. ». Μ. Βασιλείου, ἐπιστολή 234, πρός Ἀμφιλόχιον ἐπίσκοπον Ἰκονίου.

[4] Ἐνέργειαν γὰρ ἡμεῖς εἶναί φαμεν τὴν φυσικὴν ἑκάστης οὐσίας δύναμίν τε καὶ κίνησιν, ἧς χωρὶς οὔτε ἐστὶν οὔτε γινώσκεται φύσις». Άγ. Γρηγόριος Νύσσης, προς Ξενόδωρον (σωζόμενο απόσπασμα).

[5] Πρβλ. αγ. Γρηγορίου Νύσσης Κατά Εὐνομίου 1.1.386 – 1.1.388 «μία τοῦ πυρὸς ἡ διὰ τοῦ θερμαίνειν ἐνέργεια͵ ἀλλὰ τὰ ἔργα οἵαν ἔχει τὴν συμφωνίαν ἐπισκεψώμεθα. τήκεται ὁ χαλκός͵ ὁ πηλὸς πήγνυται͵ ὁ κηρὸς ἀναλίσκεται͵ τὰ λοιπὰ τῶν ζῴων εἰ ἐν αὐτῷ γένοιτο φθείρεται͵ ἡ σαλαμάνδρα ζῳογονεῖται͵ τὸ στυππεῖον καίεται͵ τὸ ἀμίαντον ὥσπερ ἐν ὕδατι τῇ φλογὶ καταπλύνεται· τοσαύτη ἡ ταὐτότης τῶν ἔργων ἐκ τῆς μιᾶς ἐνεργείας. τί δὲ ὁ ἥλιος; ἆρ΄ οὐχὶ καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς αὐτῆς δυνάμεως ὁμοίως ἐπιθάλπων τὰ πάντα τὸ μέν τι τῶν φυτῶν ηὔξησε͵ τὸ δὲ κατεμάρανε͵ πρὸς τὴν ὑποκειμένην δύναμιν ὑπαλλάσσων τῆς ἐνεργείας τὸ τέλος; τὸ μὲν γὰρ ἐπὶ τῆς πέτρας ἐξήρανε͵ τὸ δὲ ἐκ τῆς βαθείας γῆς ἑκατοντάχουν ἐποίησεν».

[6] Μ. Αθανασίου, Ὅμιλίαι τρεῖς κατά Ἀρειανῶν.

[7] Αγ. Ιουστίνου φιλοσόφου και μάρτυρος, Ἐρωτήσεις ἑλληνικαί πρός χριστιανούς, 206.B.1 – 206.C.1: «Ἀνενδεής ἐστιν ὁ θεὸς παντὸς τοῦ ἔξωθεν τῆς ἑαυτοῦ φύσεως· καὶ ὥσπερ ἄνευ ὀργάνου βουλεύεται͵ οὕτως καὶ ἄνευ ὀργάνου ποιεῖ. Εἰ γὰρ ἅμα τῷ βούλεσθαι αὐτὸν γενέσθαι τι ὑφίσταται βουληθέντος͵ πῶς οὐ περιττὴ τῶν ὀργάνων ἡ χρῆσις τῶν γινομένων;»

[8] Ιω. 14, 23

[9] Αγ. Γρηγορίου Νύσσης, Ἐγκώμιον εἰς τόν ἅγιον πρωτομάρτυρα Στέφανον, 36-38: «Στέφανος δὲ πλήρης ὢν πνεύματος ἁγίου εἶδε τὴν δόξαν τοῦ θεοῦ καὶ τὸν μονογενῆ τοῦ θεοῦ [υἱόν]. οὐ γὰρ ἔστι͵ καθώς φησιν ὁ προφήτης͵ τὸ φῶς ὀφθῆναι μὴ ἐν φωτὶ καθορώμενον. ἐν γὰρ τῷ φωτί σου͵ φησίν͵ ὀψόμεθα φῶς. (οὐκ ἐνδέχεται μὴ ἐν φωτὶ γενέσθαι τὴν τοῦ φωτὸς θεωρίαν· πῶς γὰρ ἔστιν ἀπιδεῖν εἰς τὸν ἥλιον ἔξω τῶν ἀκτίνων γενόμενον;) ἐπεὶ οὖν ἐν τῷ φωτὶ τοῦ πατρός͵ τουτέστι τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ τῷ ἐκεῖθεν ἐκπορευομένῳ͵ τὸ μονογενὲς καθορᾶται φῶς͵ διὰ τοῦτο προκαταυγασθεὶς τῇ δόξῃ τοῦ πνεύματος ἐν περινοίᾳ τῆς τοῦ πατρὸς καὶ υἱοῦ δόξης ἐγένετο. ἐπεί͵ πῶς τὴν εὐαγγελικὴν ἀπόφασιν ἀληθεύειν φήσομεν͵ ὅτι θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε; πῶς δὲ τὸν ἀπόστολον μὴ ἐναντία τοῖς ἱστορηθεῖσι βοᾶν͵ ὅταν λέγῃ. οὔτε τις εἶδεν ἀνθρώπων οὔτε ἰδεῖν δύναται; εἰ γὰρ ἀνθρωπίνῃ φύσει τε καὶ δυνάμει ἡ τοῦ πατρός τε καὶ τοῦ υἱοῦ δόξα χωρητὴ κατέστη͵ ψευδὴς πάντως ὁ ἀχώρητον ἀνθρώποις ἀποφηνάμενος εἶναι τὸ [θεῖον] θέαμα. ἀλλὰ μὴν οὔτε ἐκεῖνον ψεύδεσθαι καὶ τὴν ἱστορίαν ἀληθεύειν ἐπάναγκες. ἄρα φανερῶς ἡ κακουργία τῶν πνευματομαχούντων πεφώραται͵ ὅτι τῷ ὁμοίῳ καθορᾶσθαι τὰ ὅμοια παρὰ τῆς Γραφῆς μεμαρτύρηται. ὁ γὰρ Στέφανος οὐκ ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει τε καὶ δυνάμει μένων τὸ θεῖον βλέπει͵ ἀλλὰ πρὸς τὴν τοῦ ἁγίου πνεύματος χάριν ἀνακραθεὶς δι΄ ἐκείνου ὑψώθη πρὸς τὴν τοῦ θεοῦ κατανόησιν».

[10] Αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού, Λόγος εἰς την Μεταμόρφωσιν, PG 96.548.

[11] Αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού, Ἔκφρασις ἀκριβής τῆς Όρθοδοξου Πίστεως, κεφ. 59. [12] ό.π., κεφ. 46 [13] ό.π., κεφ. 59

Πηγή: Απλά και Ορθόδοξα: http://xerouveim.blogspot.gr/2016/07/blog-post.html

Ευλογείτε τους διώκοντας υμάς, ευλογείτε και μη καταράσθε.


 Πόσο εύκολο στις ανθρώπινες σχέσεις είναι να μην μας κατατρώγει ο λογισμός εις βάρος του συνανθρώπου μας; Ο λογισμός πηγάζει από το ανικανοποίητο της επιθυμίας μας ο άλλος να είναι όπως τον θέλουμε, να μας φέρεται όπως θέλουμε, να υποχωρεί για να είναι η σχέση μας όπως τη θέλουμε ή να υποκύπτει στο δικό μας θέλημα, ακόμη κι αν δεν είναι για μας. Διότι υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους δεν είναι εφικτή η ανάπτυξη σχέσεων. Δεν ταιριάζουμε οι άνθρωποι με όλους. Και δεν είναι κακό αυτό. Είμαστε διαφορετικοί. Μέσα στη διαφορετικότητά μας δεν μπορούμε να αναπτύξουμε αυθεντική κοινωνία μαζί τους, όσο κι αν το επιθυμούμε. Απουσιάζει η αμοιβαιότητα. Ο λογισμός αναπτύσσεται όταν επιθυμούμε με τον δικό μας τρόπο την αμοιβαιότητα, αλλά βλέπουμε ότι αυτή δεν καθίσταται εφικτή. Έτσι μέσα μας δρα η ιδέα ότι οι άλλοι όχι μόνο μας απορρίπτουν, αλλά και μας καταδιώκουν. Οι άλλοι μας υποτιμούν και μας υποβαθμίζουν. Αν μάλιστα, μία τέτοια σκέψη επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα, διότι η διαφορετικότητα γεννά αντιθέσεις, τα συμφέροντα γεννούν αντιπαλότητες, η αίσθηση της εξουσίας γεννά αισθήματα υπεροχής έναντι των άλλων και διάθεση επιβολής στην πράξη, τότε οι λογισμοί θεριεύουν.

            Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Ρωμαίους, μεταφράζει τον λόγο του Χριστού για την αγάπη προς τους εχθρούς ως εξής: «Ευλογείτε τους διώκοντας υμάς, ευλογείτε και μη καταράσθε» (Ρωμ. 12, 14). «Να προσεύχεστε για το καλό των διωκτών σας, να ζητάτε την ευλογία του Θεού γι’  αυτούς και να μην τους καταριέστε». Πόσο εφικτό είναι αυτό; Να αφήσουμε κατά μέρος την αντιπάθεια του λογισμού, να μην του επιτρέπουμε να κυριεύει την καρδιά μας και όχι μόνο αυτό, μέσα από αυτήν να προσευχόμαστε στον Θεό για όσους μας καταδιώκουν, δηλαδή να κάνουμε την ύψιστη πράξη αγάπης, αντί να ζητούμε την προστασία του Θεού και την υπεράσπισή Του, να ζητούμε να δείξει την αγάπη Του για αυτούς, είτε φωτίζοντάς τους να μετανοήσουν είτε να αλλάξουν στάση είτε να καταλάβουν τι ζητά ο Θεός και από εκείνους και από μας. Η άρνηση της κατάρας γι’  αυτούς συνεπάγεται την άρνηση της εκδίκησης από εμάς, την προτίμηση της συγχώρεσης, την εναπόθεση της πορείας της ζωής μας στην αγάπη. Είναι στάση που φαίνεται παράδοξη, όμως είναι η στάση του Θεού έναντι των ανθρώπων, η στάση της αγάπης, της θυσίας, του σταυρού και της ανάστασης.

             Φαντάζει εκτός της πραγματικότητας της εποχής μία τέτοια στάση. Βία, εκδίκηση, χωρισμός της ζωής σε δικαιοσύνη και αδικία, όπου δίκαιο είναι το θέλημά μας ή ό,τι έχει να κάνει με το συμφέρον μας ή στην καλύτερη περίπτωση, δίκαιο είναι ό,τι συμφέρει στην επικρατούσα κατάσταση, στο politically correct του κόσμου. Δίκαιο είναι να χαιρόμαστε τη ζωή και οι άλλοι να μας διακονούν. Δίκαιο είναι να έχουν όλοι ίσες ευκαιρίες, αλλά αν μπορούμε να αρπάξουμε τη δική μας, δεν μας ενδιαφέρει για τους άλλους. Δίκαιο είναι να μπορούμε να απολαύσουμε ό,τι επιθυμούμε και η απαίτηση ο κόσμος και η κοινωνία να συνηγορήσουν. Δίκαιο είναι αυτό που εμείς έχουμε στο μυαλό μας, το δικό μας όνειρο, η δική μας διαχείριση της κατάστασης και των συναισθημάτων, ακόμη κι αν υπάρχει αδιαφορία για το πώς οι άλλοι βλέπουν και ζούνε τη ζωή. Αυτή η νοοτροπία της εποχής μας δεν αφήνει περιθώρια ούτε για αγάπη ούτε για συγχώρεση και μεταποιεί τον Θεό σε υπηρέτη των δικών μας συμφερόντων και αντιλήψεων.

       Ο διάβολος παίζει με τους λογισμούς μας. Μας θολώνει τον νου και τον αιχμαλωτίζει με την αίσθημα αυτού του δικαίου. Και η εποχή μας υποτάσσεται στο πνεύμα του και στο κοσμοείδωλό του. Από την άλλη η πίστη φαντάζει ανίσχυρη να επικρατήσει, διότι το δίκαιο και το άδικο έχουν συλλογική και συνολική κάλυψη ενώ η πίστη είναι οδός πρώτα προσωπική και στη συνέχεια συλλογική. Μόνο που οι συλλογικότητες της πίστης, αν θελήσουν να μπούνε στο παιχνίδι της εξουσίας, δε θα μπορέσουν ποτέ να επικρατήσουν αν δεν ασκήσουν τη βία και την υποταγή.  Ο Χριστός νίκησε και νικά με την αγάπη και τη συγχώρεση. Μόνο που αυτό είναι ένα μήνυμα κατεξοχήν προσωπικό, το οποίο μπορεί να γεννήσει κοινότητες που πιστεύουν και παλεύουν για την εφαρμογή του. Πρόσωπα και κοινότητες που θα πάνε κόντρα στον καιρό. Μα που θα έχουν αναπαυμένη συνείδηση και αίσθηση υπακοής στο θέλημα του Θεού και την αγάπη Του.  Πρόσωπα και κοινότητες που θα ζούνε τον σταυρό τη αγάπης και την ελπίδα της ανάστασης και την ίδια στιγμή εκείνη την εσωτερική παρηγοριά που χαρίζει η δύναμη της πίστης και η χάρις του Πνεύματος σε όσους προχωρούνε, νικώντας τους λογισμούς τους.

        Ας αφήσουμε τους κακούς λογισμούς κατά μέρος. Ας προχωρήσουμε όπως ο Θεός θέλει. Με αγάπη και συγχώρεση. Ας αποκρούσουμε με την προσευχή και τη ζωή της Εκκλησίας τις επιθέσεις του πονηρού. Και ας αφήσουμε στον Θεό να καταδείξει το δίκαιο και το άδικο, δια της οδού της αγάπης. Αυτό είναι και το αυθεντικό νόημα της πίστης. Δρόμος δύσκολος, μα δρόμος ζωής αιωνίου. Και ας μη λυγίσουμε στις φωνές που απαιτούν τον τρόπο του κόσμου να είναι και ο δικός μας τρόπος. Εμπιστευόμενοι τον Θεό, θα αντέξουμε. Και δείχνοντας και ζώντας παραδειγματικά αυτόν τον δρόμο, θα δείξουμε, όπως οι άγιοι ότι είναι εφικτός.  Και ας είμαστε οι λίγοι.

Κέρκυρα, 31 Ιουλίου 2016

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

ΑΛΛΑΓΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ


       Παλαιότερα οι νέοι ονειρεύονταν την αλλαγή της κοινωνίας ως τρόπο υπέρβασης της κρίσης και των αδικιών. Αλλαγή σήμαινε γκρέμισμα του κατεστημένου. Αντικατάσταση των ισχυρών. Μία νέα κοινωνία, χωρίς εξουσία αλλά με τη ελευθερία της αυτοδιάθεσης. Σήμερα μία μειοψηφία εξακολουθεί να πιστεύει σ’  αυτές τις ιδέες. Συνήθως αναρχικοί και μπαχαλάκηδες. Οι περισσότεροι αρκούνται στην αλλαγή του κόσμου σε μία εικονική πραγματικότητα. Και αν…

      Μένουν οι ανθρώπινες σχέσεις. Κι εκεί επενδύουμε στην αλλαγή. Των άλλων. Από εκείνους εξαρτάται η επιτυχία της όποιας σχέσης. Εμείς είμαστε οι άψογοι. Ή «σε όποιον αρέσουμε». Το εγωκεντρικό φρόνημα μάς καθιστά βέβαιους ότι είμαστε αυτάρκεις. Ακόμη κι αν καταλαβαίνουμε τα ελαττώματα του χαρακτήρα μας, ανταπαντούμε ότι και οι άλλοι έχουν. Άρα, αν μας αγαπούνε, οφείλουν να μας αποδεχτούν. Κανείς δεν αλλάζει για χάρη του άλλου. Όλα είναι θέμα εξουσίας. Θα επικρατήσει αυτός που είναι πιο δυνατός να αντέξει στην πίεση του άλλου.

        Η αλλαγή προϋποθέτει ταπείνωση. Ο πολιτισμός μας μιλά για αυτοεκτίμηση. Δρόμοι μάλλον αλληλοαποκλειόμενοι. Αυτός που είναι ταπεινός, εκτιμά αλλιώτικα τον εαυτό του. Τον θεωρεί εικόνα Θεού, που έχει αμαυρωθεί από τα πάθη. Συγκρίνει τον εαυτό του με τον Απόλυτο Θεό και τους αγίους και αισθάνεται την ανεπάρκειά του. Έναντι των άλλων θεωρεί τον εαυτό του πάντων έσχατο και διάκονό τους. Αλλαγή είναι η αγάπη και η προσφορά σ’ αυτούς. Εκτιμά τον εαυτό του αγαπώντας τους άλλους.

Ένας τέτοιος δρόμος δεν ταυτίζεται με αυτό που ζητά η εποχή μας, την αυτοεκτίμηση. Να πιστεύουμε στις δυνάμεις μας. Να μη λογαριάζουμε τη γνώμη των άλλων αλλά να παλεύουμε για τα δικαιώματά μας. Πιστεύοντας στον εαυτό μας διεκδικούμε την αναγνώριση. Και τονίζουμε την αυτοεκτίμηση προσέχοντας την εξωτερική μας εμφάνιση, αποκτώντας γνώσεις, αξιοποιώντας τα ηλεκτρονικά μέσα. Δύσκολα βεβαίως μπορούμε να εστιάσουμε στις ελλείψεις μας. Ή εργαζόμαστε σ’  αυτές, με σκοπό όχι την προσφορά στο διαπροσωπικό και συλλογικό επίπεδο, αλλά απαιτώντας την αποδοχή. Κάποτε υποτιμούμε τους άλλους. Κάποτε νικιόμαστε από τη γνώμη τους, μειώνοντας από μόνοι μας την αξία μας.

        Η Εκκλησία ζει την αλλαγή μέσα από την μετάνοια, ως διαφορετική πορεία σκέψης και  προσανατολισμού. Αφετηρία της ο αγώνας για υπέρβαση της αμαρτίας και ένταξη του «εγώ» στο σώμα του Χριστού, στην κοινότητα. Την ίδια στιγμή προβάλλει ως στόχο ζωής την μεταμόρφωση του εαυτού μας μέσα από την κοινωνία με τον Χριστό. Μεταμόρφωση σημαίνει εκδίωξη του κακού και βίωση του φωτός στη ζωή μας. Παλεύω με τα ελαττώματά μου για να φωτιστώ και να φωτίσω. Εκτιμώ τον εαυτό μου, γιατί νιώθω ότι τον αγαπά ο Χριστός. Δε συμβιβάζομαι με το κακό, αλλά αγωνίζομαι να το ξεπεράσω. Παρηγορώ, μοιράζομαι, προσεύχομαι και παλεύω για έναν διαφορετικό κόσμο, όπου ο Χριστός φωτίζει τις καρδιές και με κάνει να βλέπω τον εαυτό μου σε σχέση με τον άλλο και μαζί του. Και εκεί όπου δεν φαίνεται αλλαγή, Του εμπιστεύομαι τα πάντα, δια της προσευχής στο όνομά Του. Μεταμορφώνομαι σημαίνει γνωρίζω τα όριά μου και αφήνομαι στην αγάπη Του.

           Η μεταμόρφωση ξεκινά εντός μας. Προϋποθέτει άνοδο στο Θαβώρ της Εκκλησίας, έξοδο από την κυριαρχία του εδώ και τώρα και εμπιστοσύνη. Δρόμοι και τρόποι αληθινά νεανικοί. Αυτοί που λείπουν από την εγωκεντρική εποχή μας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 3 Αυγούστου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

ΛΥΧΝΟΣ ΦΑΙΝΩΝ ΕΝ ΑΥΧΜΗΡΩ ΤΟΠΩ


  Το φως είναι ζωτικό στοιχείο για την ύπαρξή μας. Μολονότι την παρουσία του τη θεωρούμε αυτονόητη, αν σταθούμε σ’  αυτήν, θα καταλάβουμε πόσα οφείλουμε στο φως. Τη δυνατότητα να είμαστε δημιουργικοί με την εργασία μας. Να είμαστε κοινωνικοί συναντώντας τους άλλους ανθρώπους και βλέποντας τα πρόσωπά τους. Να εντάσσουμε τον εαυτό μας στον κόσμο, βλέποντας την ομορφιά της φύσης.  Την ευεξία και τη σωματική ανάπτυξη, καθώς ο ανθρώπινος οργανισμός χρειάζεται το φως για να μεγαλώσει και να ωριμάσει. Όποιος ζει στο σκοτάδι, γίνεται καχεκτικός. Το φως όμως γίνεται και πηγή χαράς και ζωής εντός μας. Στο φως υπάρχει η ελευθερία.  Στο φως αισθανόμαστε ότι έχει νόημα το να ζεις, καθώς η ομορφιά του ανανεώνει τα βάθη της ψυχής μας.  Και είναι το φως η βάση για να δούμε τον εαυτό μας. Μας κάνει διάφανους και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ό,τι είμαστε. Τον χαρακτήρα μας. Τις προτεραιότητές μας. Το τι πιστεύομε. Τα πάθη και τα λάθη μας. «Πάντα πεπλήρωται φωτός», αν είμαστε τέκνα φωτός.

             Σήμερα οι άνθρωποι εμπορευόμαστε τα πάντα. Έτσι εμπορευόμαστε και το φως. Το έχουμε μετατρέψει σε προϊόν. Το έχουμε αποστερήσει όμως από το πνευματικό του περιεχόμενο. Διότι το φως είναι δωρεά του Θεού στον κόσμο. Δεν είναι αυτοδημιούργητο, αλλά έργο του Δημιουργού. Μόνο Εκείνος είναι αυτόφωτος. Όλα τα άλλα και οι άνθρωποι είμαστε ετερόφωτοι. Και έχει πλήρη αξία το φως όταν μπορούμε να αναγνωρίζουμε την πηγή του. Και να έχουμε σχέση μαζί της. Η αυτονόμηση του φωτός από τον Δημιουργό και Παροχέα του το εγκλωβίζει στην υλική του διάσταση. Στη χρησιμότητά του. Στην ευκαιρία να το αξιοποιήσουμε για να επιβιώσουμε και να πλουτίσουμε. Όμως δεν μας αφήνει να το δούμε συνολικά. Στην προοπτική της κοινωνίας με τον Θεό που είναι Φως και μας το προσέφερε.

            Εκτός από το υλικό φως υπάρχει και το νοητό. Το αιώνιο. Αυτό που μας αγιάζει. Αυτό που, χωρίς να αρνείται τη χρησιμότητα της υλικότητας, την μεταμορφώνει σε πνευματική πορεία και ζωή. Αγιάζει τα πρόσωπά μας. Τα έργα μας. Τα νοηματοδοτεί διαφορετικά. Και τα απελευθερώνει από τον εγκλωβισμό τους στον χρόνο. Στη στιγμή. Δεν την περιφρονεί τη στιγμή. Την λεπταίνει, απαλλάσσοντάς την από τα φορτία της και της δίδει αληθινό μέλλον. Της μεταδίδει αγάπη και την κάνει αγάπη. Και καθιστά τη ζωή μας όχι άθροισμα στιγμών, χωρίς συνολικό νόημα και περιεχόμενο, αλλά εκκίνηση από το νόημα και μεταφορά του σε κάθε στιγμή μας. Με συγκατάβαση στη αδυναμία μας. Στην πτώση μας να σκοτώνουμε τον χρόνο μας. Να αργολογούμε, αλλά και να τον μετατρέπουμε σε θέαμα, ακρόαμα, τέρψη στιγμής μόνο και μόνο για να ξεχάσουμε τη ροή του. Για να ικανοποιήσουμε το υλικό και το αισθητό μας. Την επιθυμία μας να συσχηματιζόμαστε με το παρόν, χωρίς να το αφήνουμε να μεταμορφωθεί.

             Στην ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας, αλλά και στα μαρτύρια των αγίων, όπως και στην αυθεντική  χριστιανική ζωή είτε εν κόσμω είτε εν ερήμω στόχος του ανθρώπου του Θεού είναι η έξοδος προς το φως. Συνειδητοποιεί ότι οι μέριμνες είναι βάρος. Η επιθυμία της δόξας, της ηδονής, της εγωκεντρική καταξίωσης, παρότι φαίνεται δικαιολογημένη και θεμιτή, δεν εξασφαλίζει τη διάρκεια. Γίνεται μάταιη επένδυση. Αναπόφευκτη για τους πολλούς και για τον κόσμο που ζει χωρίς τον Θεό, αναπόφευκτη ακόμη και για τους χριστιανούς, διότι κι αυτοί εν τω κόσμω ζούνε, όμως χωρίς μέλλον και ουσιαστική αξία, καθώς ο θάνατος καταπίνει τα πάντα αδυσώπητα. Έτσι επιλέγουν τον αγώνα της κάθαρσης, της απαλλαγής της καρδιάς και του νου από τα πολλά, είτε αυτά ονομάζονται κοσμικό φρόνημα είτε αμαρτίες και πάθη είτε άγχος και αγωνία για το αύριο. Προτάσσουν την επιθυμία για Φως. Για Θεό. Και επιλέγουν την οδό της αγάπης, είτε αυτή εκφράζεται δια της αδιαλείπτου προσευχής είτε δια της έμπρακτης συγχώρεσης είτε δια του αγώνα να μη νικηθούν από την χωρίς νόημα ζωή είτε δια πάντων αυτών με έμφαση στην απόφαση να παραμείνουν στην αγάπη του Θεού, ακόμη κι αν ο κόσμος τους καταδικάσει στον θάνατο, τον σωματικό, της περιφρόνησης, της ειρωνείας, της εκμηδένισης. Και είτε αναχωρούν από την οθόνη του κόσμου αποσυρόμενοι εν ερήμω είτε παλεύουν στην καθημερινότητα της ζωής, το πρόσωπό τους αντανακλά τη δίψα της κοινωνίας με τον Θεό ως Φως αλλά και τη χαρά η ζωή να έχει νόημα που προεκτείνεται στην αιωνιότητα.

Αυτός είναι ο δρόμος της μεταμόρφωσης. Αυτόν τον οποίο έζησαν οι μαθητές του Κυρίου στο όρος Θαβώρ. Όταν είδαν τον Κύριο, για τον Οποίο προφήτευσαν στο λόγο τους οι προφήτες και κατενόησαν ότι ο προφητικός λόγος ήταν η αφετηρία για να δούνε τον ίδιο τον Υιό και Λόγο του Θεού  «προσέχοντες ως λύχνω φαίνοντι εν αυχμηρώ τόπω» (Β’  Πέτρου, 1, 19). «Σαν φως που φέγγει στο σκοτάδι». Αυτός είναι ο μεταμορφωθείς Κύριος. Το Φως που φέγγει στο σκοτάδι. Αυτός είναι και ο χριστιανός στον κόσμο. Φως που φέγγει στο σκοτάδι, λαμβάνοντας φως εντός της εκκλησιαστικής ζωής από την κοινωνία με τον Χριστό. Και στην μείωση και απουσία του φωτός ή στην μετατροπή του σε αυτόνομο προϊόν, που χαρακτηρίζει ιδίως τον πολιτισμό και τον τρόπο ζωής του σήμερα, στον οποίο ο επιλέξας την απουσία του φωτός διάβολος επενδύει ολοκληρωτικά,  ο χριστιανός αντιτάσσει όχι μόνο την πίστη αλλά και την κοινωνία με το Φως, που γίνεται αγάπη και δίνει διάρκεια, καθώς και ο Παράδεισος κοινωνία με το Φως θα είναι. Τον Χριστό και τους Αγίους και η μετοχή στο Φως θα είναι αιώνια χαρά. Αυτή είναι η αποστολή μας. Ο τελικός σκοπός μας. Και τα πάντα νοηματοδοτούνται σ’  αυτήν την προοπτική.

Η εορτή της Μεταμορφώσεως, εν πολλοίς αδιάφορη και άγνωστη στο σύγχρονο άνθρωπο, είναι μία υπόμνηση του νοήματος του Φωτός στη ζωή μας. Φως ο Πατήρ. Φως ο Λόγος. Φως και το Άγιον Πνεύμα. Αυτή είναι η πίστη και το βίωμά μας. Και ξεκινώντας από την προσωπική μας πορεία, από τις σχέσεις μας τους άλλους, από το πώς βλέπουμε το νόημα της ύπαρξής μας, μπορούμε να αγιαστούμε και να αγιάσουμε. Να μοιραστούμε τη χαρά που η η εν τω Φωτί ελευθερία προσφέρει. Την δύναμη της πίστης και της αγάπης που νικά κάθε άγχος και την αξία της αλήθειας που είναι ο Θεός που ενώνει κάνει τις στιγμές μας να μην χάνονται στην ισοπεδωτική μέγγενη του χρόνου. Και μας γεμίζει η βίωση της εορτής και η απόφαση να αφεθούμε στην μεταμορφωτική κοινωνία με τον Θεό με αισιοδοξία. Όχι γιατί ο κόσμος θα πάψει να έχει προβλήματα. Αλλά γιατί η ημέρα θα έχει ήδη «διαυγάσει» και «φωσφόρος» θα έχει ανατείλει εν ταις καρδίαις ημών» ο Δωρεοδότης της.

Κέρκυρα, 6 Αυγούστου 2016

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός