Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Μάρκος ο Ευγενικόπρος τους Λατίνους

 ag-Markos-Eygenikos
Εισαγωγικά
Ο Εφέσου άγιος Μάρκος ο Ευγενικός θεωρείται μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας, ομολογητής της Ορθοδόξου Πίστεως και προσαγορεύεται προς τούτο: «Άτλας της Ορθοδοξίας». Όπως ο Μ. Αθανάσιος και ο Μ. Βασίλειος υπήρξαν στην εποχή τους άτλαντες της Ορθοδοξίας και κράτησαν με αγώνες και θυσίες την Ορθόδοξη Πίστη αλώβητη από τη λαίλαπα του Αρειανισμού, έτσι και ο άγιος Μάρκος κράτησε αλώβητη την Ορθοδοξία από τη λαίλαπα του Παπισμού, που κατέτρωγε την Εκκλησία ήδη από τη γέννησή της.
Ακολουθώντας τους μεγάλους Πατέρες εφάρμοσε το «κατ’ οικονομίαν» σε πάμπολλες περιπτώσεις, αλλά μόλις υπήρχε κίνδυνος να ανατραπεί ή απλώς να θιγεί το δόγμα, εκεί παρέμεινε άκαμπτος τηρητής της Ι. Παρακαταθήκης, μη δεχόμενος καμία, έστω και ελάχιστη υποχώρηση και εφαρμόζοντας επακριβώς το «κατ’ ακρίβειαν».
Στη θέση του αυτή έμεινε μόνος και εγκαταλειμμένος από τους πάντες, πλην όμως αυτή του η αντίδραση κράτησε την Ορθοδοξία στο ύψος της και οι επόμενοι αιώνες τον δικαίωσαν. Έδωσε και έδειξε τη μεγάλη του αγάπη ακόμη και στους αιρετικούς Λατίνους, γιατί αλγούσε για τα παραπλανημένα αυτά τέκνα της Εκκλησίας και έκανε μύριες προσπάθειες να τους φέρει στην Εκκλησία του Χριστού. Παρεξηγήθηκε και πολεμήθηκε, πλην όμως δικαιώθηκε, γιατί θεωρήθηκε τελικά ο προστάτης της Ορθόδοξης Πίστης και Παράδοσης, όπως και οι προηγούμενοι μεγάλοι Πατέρες (Αθανάσιος, Βασίλειος, Γρηγόριος, Χρυσόστομος, Φώτιος, Παλαμάς).
Θεωρούμε, ότι η στάση και η συμπεριφορά του αγίου Μάρκου στους Λατίνους, οι κάποιες υποχωρήσεις του στους Κανόνες, αλλά και η σταθερότητά του στο Δόγμα θα πρέπει να ακολουθούνται και σήμερα, που έχει αναπτυχθεί μια εργώδης προσπάθεια προσέγγισης με τους Λατίνους και επαναφοράς τους στη μία Ποίμνη. Δύσκολη προσπάθεια, που χρειάζεται πολύ λεπτούς χειρισμούς, βαθύτατη γνώση των Πατέρων και της πρακτικής τους και ειδικά του αγίου Μάρκου, ο οποίος, ενώ έκανε «αβαρίες» στους Κανόνες,  έμεινε όμως στερρός στην Πίστη και το Δόγμα. Η στάση του, ίσως θα πρέπει να προβληματίσει όσους διαμαρτύρονται, για κάποιες παραβάσεις κανόνων, όπου προκειμένου να επιτευχθεί το μέγιστον, θα πρέπει να πρυτανεύσει το του αγίου Νεκταρίου, όπου σε ανάλογες περιπτώσεις στην εκκλησιαστική ιστορία, τις δικαιολογούσε, όπου «Πίστις το κινδυνευόμενον» Λέγει π.χ. σχετικά με τη στάση των αντιπροσώπων του Πάπα άγιου Λέοντα: «Πως ήκουσαν τοσαύτα ψεύδη! Πως δεν διερράγησαν εκ της αγανακτήσεως! Πάντως επιβάλλουσα ανάγκη έθετο φυλακήν τοις στόμασιν αυτών. Οι πατέρες έπασχον όμοιον προς τον εν παρεμβολή ιστάμενον και πιεζόμενον υπό του ιδίου συμμάχου προς παραχωρήσεις. Τοιαύτη αληθώς η θέσις των αγίων της Οικουμενικής Συνόδου πατέρων. Εάν η αγανάκτησις απέκρουεν αυτούς, ο σκοπός της συνόδου εματαιούτο, η δε αίρεσις θα ελυμαίνετο την Εκκλησίαν. Η φρόνησις απήτει την ανοχήν χάριν της πίστεως και τούτο εποίησαν οι μακάριοι πατέρες» (Τα αίτια του Σχίσματος, τ. Α΄, σελ. 151-152). Τι δέχτηκαν λοιπόν οι πατέρες της Δ΄ και τι ανέχθηκαν, χάριν της συνοχής της Εκκλησίας; Μα δέχτηκαντον Πάπα της Ρώμης να υπέρκειται της Συνόδου, κάτι αδιανόητο στις μέρες μας!
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΔΑΣΗΣ
images
Ο Εφέσου Άγιος Μάρκος Ευγενικός

Γενικά
Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός (1393-1445), υπήρξε Μητροπολίτης Εφέσου και μια από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές και θεολογικές προσωπικότητες της εποχής του. Θεωρείται ο κύριος παράγοντας της αποτυχίας της ένωσης της Δυτικής και της Ανατολικής Εκκλησίας στη σύνοδο της Φεράρας-Φλωρεντίας, όπου ήταν ο μόνος που αρνήθηκε φανερά να υπογράψει. Υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος των ανθενωτικών, προτείνοντας ακραίες λύσεις για την αποφυγή της ένωσης των δύο εκκλησιών («καλύτερα σκλαβωμένα σώματα στους Τούρκους, παρά σκλαβωμένο πνεύμα στον αιρετικό πάπα»). Για το λόγο αυτό εκδιώχτηκε από την αυτοκρατορική αυλή, που επεδίωκε μια συμβιβαστική λύση του ζητήματος, για την αντιμετώπιση του οθωμανικού κινδύνου. Μετά τον θάνατο του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και την αναρρίχηση στο Πατριαρχικό θρόνο του ανθενωτικού Πατριάρχη Γεννάδιου Σχολάριου, ο οποίος υπήρξε μαθητής του, ανακηρύχθηκε σε Άγιο.

Βίος

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 1393 και έλαβε θεολογική και φιλοσοφική παιδεία κοντά σε περίφημους σοφούς της εποχής (Γεώργιο Πλήθωνα, Ιωάννη Χορτασμένο, Μανουήλ Χρυσοκόκκο), χάρη στις δυνατότητες, που του παρείχε η σχετικά ευκατάστατη οικογένεια του, καθότι ο πατέρας του Γεώργιος κατείχε το υψηλό αξίωμα του «Μεγάλου χαρτοφύλακα του θρόνου». Η προσωνυμία του, Ευγενικός, κληρονομήθηκε από τον πατέρα του, όπως και η κατεύθυνση προς την εκκλησιαστική ζωή. Το 1418 ασπάστηκε τον μοναχικό βίο και μόνασε στη μονή του Αγίου Γεωργίου Μαγγάνων, όπου αφιερώθηκε στη μελέτη και τη συγγραφή. Το 1437 εκλέχθηκε Επίσκοπος Εφέσου, μετά την εκδήλωση σχετικού ενδιαφέροντος και από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο, με κύριο στόχο να λάβει μέρος στη σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας.
Λόγω των θεολογικών του γνώσεων ορίστηκε εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Αντιοχείας και Ιεροσολύμων στην αποστολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην ενωτική σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας (1438-1439).
Κύριο επιχείρημα του Μάρκου κατά της ένωσης, και ο λόγος για τον οποίον τελικά αρνήθηκε να υπογράψει τον ενωτικό Όρο της συνόδου, ήταν η προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως του Filioque, την οποία θεωρούσε αιρετική. Το κοινό αίσθημα στην Κωνσταντινούπολη ήταν μαζί του, αφού μετά την ολοκλήρωση της συνόδου «είδε το πλήθος δοξάζον αυτόν ως μη υπογράψαντα, και προσεκύνουν αυτόν οι όχλοι καθάπερ Μωυσεί και Ααρόν και ευφήμουν αυτόν και Άγιον εκλάλουν». Η άρνησή του να υπογράψει ανέδειξε τον Μάρκο τον Ευγενικό, ως τον κατ’ εξοχήν εκπρόσωπο της ανθενωτικής τάσης μέσα στα πλαίσια της Ορθοδοξίας, αλλά και στόχο της πολεμικής του αυτοκράτορα και της παράταξης των Ενωτικών. Αρνήθηκε την προσφορά του αυτοκράτορα να ανέλθει στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης και δεν δέχθηκε να συλλειτουργήσει με τον ενωτικό πατριάρχη Μητροφάνη Β΄. Εκοιμήθη το 1445.
Ο πρώτος, μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Οθωμανούς, Οικουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος, με συνοδική πράξη, όρισε το 1456 ως ημέρα εορτασμού της μνήμης του την 19η Ιανουαρίου και συντάχθηκε ειδική ακολουθία. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε και με νεώτερη συνοδική πράξη επί Πατριαρχείας Σεραφείμ Α΄ (1734).

Συγγραφικό έργο

Άφησε σημαντικό συγγραφικό έργο, θεολογικό και λειτουργικό:
  • Κεφάλαια συλλογιστικά κατά της αφέσεως των Ακινδυνιστών περί διακρίσεως θείας ουσίας και ενεργείας
  • Αντίρρησις των λατινικών κεφαλαίων, όπερ αυτού προέτεινον περί του περκατορίου πυρός
  • Απολογία προς Λατίνους δευτέρα
  • Αποκρίσεις προς τας επενεχθείσας αυτώ απορίας και ερωτήσεις επί ταις ρηθείσαις ομιλίαις παρά των καρδιναλίων και των άλλων λατινικών διδασκάλων
  • Συλλογιστικά κεφάλαια προς Λατίνους
  • Συλλογαί… περί του αγίου Πνεύματος
  • Διάλογος, ου η επιγραφή Λατίνος ή περί της εν τω Συμβόλω προσθήκης
  • Συλλογισμοί δέκα, δεικνύοντες ότι ουκ εστί πυρ καθαρτήριον
Ομολογία της ορθής θέσεως, εκτεθείσα εν Φλωρεντία κατά την προς Λατίνους γενομένην σύνοδον κ.λπ.

Συμπεριφορά στους Λατίνους

Η σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας έγινε 385 χρόνια μετά το Σχίσμα Ανατολής και Δύσης, οι δε αιρετικές θέσεις των Λατίνων ήταν απολύτως γνωστές στον άγιο Μάρκο. Παρ’ όλα αυτά ο άγιος έκανε μεγάλη προσπάθεια να πείσει τους Λατίνους, παραβαίνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις τους ιερούς Κανόνες, που αποκλείουν κάθε επαφή με αιρετικούς. Και τούτο με την ελπίδα της επιστροφής (και όχι της ένωσης). Έτσι:
1/ Αναγνώρισε τον αιρετικό Παπισμό, ως «αδελφή Εκκλησία»: Ο ίδιος ο Εφέσου Μάρκος χαρακτηρίζει τις Εκκλησίες Ανατολής και Δύσης ως «Αδελφές Εκκλησίες», οι οποίες πρέπει με τη βοήθεια του Θεού να συμφιλιωθούν και αποκαταστήσουν την ειρήνη μεταξύ των. Έτσι λέγει: «Επειδή τοίνυν δια της εκφωνήσεως ταύτης (ήτοι του filioque) η αγάπη λυθείσα συνδιέλυσε την ειρήνην και από τούτου το σχίσμα παρηκολούθησε, νυν δε ευδοκία Θεού βουληθείσα η ρωμαϊκή εκκλησία την ειρήνην ανακαλέσασθαι δια της αγάπης ήρξατο τούτο ποιείν, και αύθις η ημετέρα εκκλησία μετά της αυτής αγάπης προσέδραμε προς την αδελφήν αυτής, μάλλον δε προς αδελφάς. ελπίς έστι άχρι τέλους, του Θεού συνεργούντος, επακολουθήσειν και την ειρήνην και τα σκάνδαλα εκ μέσου γενήσεσθαι, και καθάπερ επί των νοσημάτων, επενεχθήσεσθαι την διόρθωσιν» (Acta Graecorum, σ. 52). Επίσης διαλεγόμενος με την προοπτική της αληθινής επανένωσης με τους Λατίνους, τους ωνόμαζε όχι απλά αδελφούς, αλλά φίλους, πατέρες και αγίους (AG σ. 216, Συρόπουλου, Απομνημονεύματα, VIII, 6, σ. 394, IV, 31, σ. 230, επίσης και Βαφείδης Φ.).
2/ Προσφώνησε τον Πάπα Ευγένιο Δ΄ με ευγενικά λόγια και τίτλους, που δεν αρμόζουν σε αιρετικό: Ας θυμηθούμε λοιπόν την προσφώνηση του Εφέσου αγίου Μάρκου στον αιρετικό Πάπα Ρώμης Ευγένιο Δ΄: «Άκουσε σεβάσμιε Πάπα της Ρώμης και διδάσκαλε της Λατινοσύνης…..» και σε άλλη περίπτωση: «Τω Μακαριωτάτω πάπα της πρεσβυτέρας Ρώμης», αλλά και τις προσφωνήσεις του προς τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο και τον Πατριάρχη Ιωσήφ Β΄: «Ακούσατε, άγιε αυτοκράτορ κύριε Ιωάννη και άγιε πατριάρχα Ιωσήφ…..» (Ν. Βασιλειάδη, ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η Ένωσις των Εκκλησιών, σελ. 91, 93, 245).
3/ Συμμετείχε σε συμπροσευχές με αιρετικούς: Ο ίδιος ο άγιος συμμετείχε στην εναρκτήρια τελετή-προσευχή στη Φεράρα, αλλά όχι στο συλλείτουργο με τον Πάπα με το τέλος της Συνόδου Φλωρεντίας (πρακτικά συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας, στήλες 475-478), η δε κηδεία και η ταφή του Πατριάρχη Ιωσήφ Β΄ έγινε τον Ιούνιο του 1439 στον ΡΚαθολικό ναό της Santa Maria Novella στη Φλωρεντία παρόντος βέβαια και του αγίου Μάρκου: «Και τη εννάτη ώρα ελάβομεν τον νεκρόν του πατριάρχου και απήλθομεν φορούντες πάντες τας αρχιερατικάς στολάς εν τω ναώ της αγίας Μαρίας της Νοβέλλας και επληρώσαμεν εντός του ναού, πάντα τα της ταφής, και ασπασθέντες κατά το έθος, εθάψαμεν αυτόν εντός του ναού, προς το μέρος του σκευοφυλακίου προς μεσημβρίαν, εποίησαν δε πολλήν τιμήν εις την προπομπήν αυτού οι τε καρδινάλιοι, αρχιεπίσκοποι, και συν αυτοίς οι αυθένται και οι άρχοντες της Φλωρεντίας (…..). Και ετάφη λαμπρώς εν τω μοναστηρίω των μοναχών του σχήματος του αγίου Δομενίκου, εν τω ναώ αυτών, ένθα και ο πάπας ήν κατοικών» (Πρακτικά ….. Vol. V, fasc II, σελ. 445 (21-35).
4/ Δεν πρέπει άλλωστε να λησμονούμε, ότι κατά την διάρκεια των Θεολογικών Διαλόγων με αιρετικούς, οι άγιοι Πατέρες χρησιμοποίησαν αρκετές φορές φράσεις ευγενείας προς αυτούς, χωρίς φυσικά αυτές να ανταποκρίνονται προς την αυστηρή Ορθόδοξο εκκλησιολογία ή τα εκκλησιολογικά τους φρονήματα. Είναι απολύτως χαρακτηριστικές οι σχετικές φράσεις του αγίου Μάρκου του Ευγενικού κατά την έναρξη του Θεολογικού Διαλόγου με τους Λατίνους στην Φερράρα το 1438: «Σήμερον τα του Δεσποτικού σώματος μέλη, πολλοίς πρότερον χρόνοις διεσπαρμένα τε και ερρηγμένα προς την ένωσιν αλλήλων επείγεται. Ου γαρ ανέχεται η κεφαλή πάντων Χριστός ο Θεός εφιστάναι διηρημένω τω σώματι… Δια τούτο εξήγειρέ σε τον των Ιερέων αυτού πρωτεύοντα (δηλ. τον πάπα), προς την ημετέραν κλήσιν… Δεύρο δη ουν, αγιώτατε πάτερ, υπόδεξαι τα σα τέκνα… Μέχρι τίνος οι του αυτού Χριστού, και της αυτής πίστεως βάλλομεν αλλήλους και κατατέμνομεν; μέχρι τίνος οι της αυτής Τριάδος προσκυνηταί δάκνομεν αλλήλους;…» (Κάλλιστου Βλαστού, Δοκίμιον ιστορικόν περί του Σχίσματος….., σελ. 135-136)
Οι ανωτέρω φράσεις ευγενείας του μεγάλου Ομολογητού δεν ανταποκρίνονται φυσικά με ακρίβεια στις αυστηρές, εκκλησιολογικές του απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες οι Λατίνοι ήταν απερίφραστα «αιρετικοί» (Mansi 31A, 885D), και μάλιστα «εκ πολλών χρόνων αποκεκομμένοι (εκ της Εκκλησίας) και σεσηπομένοι και μυρίοις αναθέμασιν υποκείμενοι» (Ανδρ. Δημητρακόπουλου, Ορθόδοξος Ελλάς, σελ. 106)).
5/ Η παρουσία του αγίου Μάρκου στις συνεδριάσεις της συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας ήταν πλήρης και καθολική σε όλες τις συνεδριάσεις, πλην δυο, όπου του απαγορεύθηκε η συμμετοχή. Έτσι:
α/ Στη σύνοδο Φερράρας:
Πραγματοποιήθηκαν 14 συνεδριάσεις από 9.4.- 13.12.1438, στις οποίες ΟΛΕΣ συμμετείχε ο άγιος Μάρκος
β/ Στη σύνοδο Φλωρεντίας:
Πραγματοποιήθηκαν πολλές συνεδριάσεις από 26.2.- 6.7.1439, στις οποίες όλες παρέστη ο άγιος Μάρκος, εκτός από ΔΥΟ συνεδριάσεις (21.3 και 24.3.1439), στις οποίες του απαγορεύθηκε η συμμετοχή από τον αυτοκράτορα, ο οποίος τον έκλεισε στο κελί του με φρουρά (Ν. Βασιλειάδη, ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ένωσις των Εκκλησιών, σελ. 124).
Συμπέρασμα: ο άγιος Μάρκος συμμετείχε σε όλες τις συνεδριάσεις, εκτός από δυο και όχι με δική του υπαιτιότητα. Σε όλες τις άλλες συμμετείχε και από καμία δεν απουσίασε αυτοβούλως.
Μπορεί να θρηνούσε και να αλγούσε, για το κατάντημα των ορθοδόξων αρχιερέων, αλλά ήταν υπάκουος στα κελεύσματα του αυτοκράτορα.

6/ Παραδέχτηκε το βάπτισμα των Λατίνων, ως έγκυρο, μετά τη σύνοδο: Στο πρόβλημα του βαπτίσματος των Λατίνων, ο Εφέσου Μάρκος προτιμά την οικονομία, παρότι ακραιφνέστατος Ορθόδοξος στην πίστη, μαρτυρώντας «περί της καθολικής πράξεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας», ομολογεί ότι: «χρίομεν τους εξ αυτών (δηλ. των Λατίνων) ημίν προσιόντας….. ως αιρετικούς όντας» (Καρμίρη Ι. Τα Δογματικά….. σ. 981), δηλ. εντάσσει τους Λατίνους ως αιρετικούς στην ομάδα των Αρειανών κ.λπ. της Β΄ Οικουμενικής, παρ’ όλον ότι γνωρίζει τον τύπον του ραντισμού, τον οποίον αποκηρύσσει. Έτσι, ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος εμφανίζεται αντίθετος προς τον Εφέσου Μάρκο, καθότι ο τελευταίος δέχεται το βάπτισμα των Λατίνων (δηλ. το ράντισμα). Ο Δοσίθεος λοιπόν το κατ’ ακρίβειαν και ο Μάρκος το κατ’ οικονομίαν.
Σύνοψη
Ο Μητροπολίτης Εφέσου Μάρκος ήταν απόλυτα διατεθειμένος υπέρ του Διαλόγου. Ήταν ειλικρινής, πιστός άνδρας με καλό χαρακτήρα, ο οποίος ενεργούσε για το καλό ολόκληρης της Εκκλησίας. Με τα κίνητρα αυτά ήθελε να συμβάλει στην αποκατάσταση της κοινωνίας και την ομολογία της αυτής πίστης με την αδελφή, δυτική εκκλησία. Και ακριβώς, για τους λόγους αυτούς, τόνιζε: «Ημείς, ω φίλοι πατέρες, ουκ αντιλέγειν αλλήλοις απλώς ουδέ τα παρ’ αλλήλων λεγόμενα ανατρέπειν συνεληλύθημεν. Τούτο γαρ φιλοτιμίας έχεται μάλλον ή της προς αλήθειαν φερούσης οδού, αλλ’ ίνα κοινή συζητούντες έκαστον των ανακυπτόντων εις μέσον και μετά πάσης ακριβείας ειρηνικώς τε και απλώς και φιλικώς αυτό εξετάσαντες, ούτω τα εξής περαίνομεν, άχρις αν επί τη κοινή ζητούμενον αμφότεροι τέλος καταντήσωμεν, όπερ εστίν η της αληθείας εύρεσις» (AG 187). Καυτηριάζει λοιπόν εδώ, ο άγιος Μάρκος, την τακτική που επικρατούσε, δηλ. οι δυο πλευρές φρόντιζαν να βρουν τα πιο ισχυρά επιχειρήματα, για να διαλύσουν και εξουθενώσουν τις απόψεις του αντιπάλου και τοιουτοτρόπως στις διαμάχες αυτές χάνονταν ο κύριος σκοπός, δηλ. η επίλυση των προβλημάτων.
Ο άγιος Μάρκος δεν επεδίωκε επιφανειακή και ψεύτικη καταλλαγή ή εκκλησιαστικοπολιτική ή ακόμη και μόνο πολιτική συμβατική συνύπαρξη. Ούτε ενεργούσε εγωιστικά, για να προβληθεί ο ίδιος. Ουδείς λόγος περί υποχωρήσεων, ουδείς λόγος περί υποταγής, ουδείς λόγος περί απεμπολήσεως της αληθείας, αλλά επιδιώξεως της συμφωνίας εν αληθεία, για την αποκατάσταση της αρμονίας και της ενότητας, δια του Διαλόγου. Δεν επεδίωκε λοιπόν τον διάλογο, για να νικήσει με τα ισχυρότερα επιχειρήματά του τους αντιπάλους και να θριαμβολογήσει εγωιστικά. Και στο σημείο αυτό καταφαίνεται η αγαθή του πρόθεση και διάθεση που βασιζόταν στο πνεύμα των αρχαίων και μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας.
Εκείνο, λοιπόν, το οποίον έφερε τον άγιο Μάρκο στη σύνοδο αυτή, όπου σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος των διαπραγματεύσεων και του Διαλόγου, ήταν η εκκλησιαστική του συνείδηση και η πεποίθησή του, ότι έπρεπε να πραγματοποιηθεί το ιερό αίτημα της αποκατάστασης της πλήρους εκκλησιαστικής κοινωνίας στην καθόλου Εκκλησία Ανατολής και Δύσης, η οποία έπρεπε να στηρίζεται στην αγάπη και την αλήθεια της πίστεως. για το λόγο αυτό ήταν υπέρ του Θεολογικού Διαλόγου, υπέρ του Οικουμενικού (και όχι βέβαια Οικουμενιστικού) Διαλόγου, θα λέγαμε σήμερα, με τα χαρακτηριστικά της αντικειμενικότητας, της αλήθειας και της αγάπης.
Για το σκοπό αυτό, δεν δίστασε ακόμη και να παραδεχτεί, ότι η αιρετική παρασυναγωγή της Ρώμης ήταν η αδελφή εκκλησία, δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι το Σώμα της Εκκλησίας (στο οποίον βέβαια συμπεριλαμβάνοντο και οι Λατίνοι) είναι διηρημένο («ου γαρ ανέχεται….. ο Θεός εφιστάναι διηρημένω τω σώματι», ως ανωτέρω). Δεν δίστασε ακόμη να παραδεχτεί, ότι είναι και αυτός ο ίδιος τέκνο του (αιρετικού βεβαίως) Πάπα («….. αγιώτατε πάτερ υπόδεξαι τα σα τέκνα…..», ως ανωτέρω)!
Δυστυχώς όμως, τόσον η σύνοδος γενικά, όσο, (και αυτό είναι ακόμη χειρότερο), και οι αδελφοί του από την Ανατολική Εκκλησία δεν τον ακολούθησαν. Και τελικά δεν μπόρεσε να ακουστεί, αφού ο αυτοκράτορας δεν του επέτρεψε να λάβει μέρος στις δυο πιο κρίσιμες συζητήσεις. Το γεγονός ότι έμεινε τελικά μόνος, δεν μειώνει ούτε το ανάστημά του, ούτε και την ορθότητα της πίστεώς του, η οποία δεν καθορίζεται μόνο με την απλή, νομοτυπική πλειοψηφία αποφάσεων. Η αλήθεια όμως δεν εξαρτάται από την αριθμητική πλειοψηφία. Μάρτυρας είναι η ιστορία. Με την απόλυτη πεποίθηση λοιπόν για την ορθότητα της πίστεώς του, δεν μπορούσε να απαρνηθεί την πίστη του και να αποδεχθεί τις αποφάσεις της συνόδου εκείνης, απλούστατα συμφωνώντας με την πλειοψηφία της. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο ολόκληρη η Ορθοδοξία μέχρι σήμερα είναι αδύνατο να συμφωνήσει και να αποδεχθεί τις αποφάσεις εκείνες.
Σύγχρονη πρακτική
Θα αναρωτηθεί κανείς; Άραγε, τι κάνουμε εμείς σήμερα; Προσπαθούμε να ακολουθήσουμε την τακτική του αγίου Μάρκου, αντιτιθέμεθα σ’ αυτήν ή τηρούμε μια κάποια άλλη (διπλωματική) στάση, στις σχέσεις μας με τους Λατίνους; Τους αναγνωρίζουμε, ως αιρετικούς ή δεν τους αναγνωρίζουμε, διαλεγόμαστε, συγχρωτιζόμαστε, συμπροσευχόμαστε, παραδεχόμαστε ή απορρίπτουμε κάποιες θέσεις τους, τι τέλος πάντων κάνουμε σήμερα;
Είναι αλήθεια, ότι μετά το Σχίσμα Ρώμης – ΚΠολης το 1054, οι σχέσεις μεταξύ των δυο εκκλησιών πάγωσαν. Αυτό δεν συνέβη βέβαια και με τ’  άλλα Πατριαρχεία, όπου οι σχέσεις διακόπηκαν πολύ αργότερα: Τον 13ο αι. για την Αντιόχεια και τα Ιεροσόλυμα και τον 14ο για την Αλεξάνδρεια (Ράνσιμαν). Οι θέσεις των Λατίνων έχουν ελεγχθεί από πληθώρα αγίων, κατά καιρούς και έχουν καταδικαστεί από πολλές Πανορθοδόξους Συνόδους, του 18ου και του 19ου αι. δεν έχουν όμως μέχρι σήμερα καταδικαστεί από Οικουμενική Σύνοδο με τελεσίδικη απόφαση. Για παράδειγμα, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν χαρακτηρίζει τη Ρώμη, ως αιρετική. Παρ’ όλη τη διακοπή των σχέσεων Ανατολής-Δύσης υπήρξαν κατά καιρούς ποικίλλες επαφές και μεμονωμένες άτυπες συναντήσεις. Από τις αρχές του 20ου αι. ξεκίνησαν κάποιες τυπικές επαφές και συναντήσεις μεταξύ Ρώμης και ΚΠολης, που οδήγησαν το 1964 στην άρση των αναθεμάτων του 1054 (όπου το ανάθεμα της Ρώμης αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τον Πατριάρχη Μιχαήλ Α΄ Κηρουλάριο και όχι την Εκκλησία της ΚΠολης ή άλλη Εκκλησία) και έκτοτε οι συναντήσεις πύκνωσαν, συστάθηκαν δε και επιτροπές θεολογικών διαλόγων, που κατά καιρούς συνεδριάζουν, με θέματα, όπως το πρωτείο, το Φιλιόκβε και άλλα. Έκτοτε άρχισαν να γίνονται και επισκέψεις των Πατριαρχών της Ανατολής προς τον Πάπα της Ρώμης και ειδικά επισκέψεις και του Πάπα στο Φανάρι, στις θρονικές εορτές, όπου εκεί επισυμβαίνουν και συμπροσευχές ή ακόμη και σε κάποιες άλλες συναντήσεις σε συνέδρια και σε μεικτές επιτροπές. Η στάση αυτή και ειδικά οι συμπροσευχές έχουν δυσαρεστήσει ορισμένους παραδοσιακούς κληρικούς και πιστούς, οι οποίοι αρχίζουν να δημιουργούν αντιδράσεις και να εκφράζονται σε ένα ρεύμα αντίθετο σε διαλόγους και συμπροσευχές, την λεγόμενη αντι-οικουμενιστική κίνηση. Κάποιοι, περισσότερο ζηλωτές προχωρούν ακόμη και σε αποτειχίσεις από Επισκόπους, τους οποίους κατηγορούν, ως οικουμενιστές, ακόμη και ως αιρετικούς.
Ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα των αντι-οικουμενιστών κατά των Ορθοδόξων Εκκλησιών είναι κυρίως οι ποικίλου είδους συμπροσευχές, που τελούνται μεταξύ Ορθοδόξων και ετεροδόξων στα πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι Ορθόδοξοι κληρικοί «συμπροσεύχονται, συνεορτάζουν και συλλειτουργούν με τους αιρετικούς Φράγκους………. και ο ίδιος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος συμπροσευχήθηκε  στις Η.Π.Α. ακόμη και με ιεροφορεμένες παπαδίνες».
Θεωρείται, ότι οι ανωτέρω συμπροσευχές προκαλούν πράγματι μεγάλο σκανδαλισμό στους πιστούς, καθώς μάλιστα απαγορεύονται αυστηρά από όλους τους αγίους Πατέρες. «Επιπλέον», σύμφωνα με την Επιστολή της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο (13-6-1999), «μία τοιαύτη πρακτική συμπροσευχών αντίκειται σαφώς εις τους Ιερούς Κανόνας της Εκκλησίας………. Εφ’ όσον, άλλωστε, ουδεμία προοπτική διαφαίνεται εις τους ετεροδόξους Χριστιανούς να εγκαταλείψουν τα αιρετικά δόγματα και τας αντευαγγελικάς διδασκαλίας, εις τι θα εξυπηρετήσουν αι συμπροσευχαί, παρά εις την άμβλυνσιν του Ορθοδόξου αισθητηρίου και συγκρητιστικήν σύγκλησιν;»
Βέβαια κάποιοι ισχυρισμοί των αντιδρώντων, ότι Ορθόδοξοι κληρικοί συλλειτουργούν με αιρετικούς είναι τελείως αναληθείς, καθώς ουδεμία ένωση μαζί τους έχει πραγματοποιηθεί και πιστεύεται, ότι ούτε πρόκειται να πραγματοποιηθεί. Οι δε συμπροσευχές, όσο απογοητευτικές και αν είναι, αποτελούν παραβάσεις ιερών κανόνων και μόνο. Ως εκ τούτου η τακτική των αντιδρώντων να χαρακτηρίζουν ως αιρετικούς, όσους συμπροσεύχονται με τους αιρετικούς, και να προτρέπουν σε διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας μαζί τους θεωρείται ότι είναι αντιπατερική. Δεν υπάρχει ούτε ένας ιερός κανόνας ή πατερική διδασκαλία που να εκφράζει τέτοιες απόψεις. Αν επιτρέποντο οι διασπάσεις λόγω της παράβασης των ιερών κανόνων και μόνο, τότε σήμερα δεν θα υφίστατο η Ορθόδοξη Εκκλησία. Ως αναληθής τέλος και άνευ σοβαρών αποδείξεων κρίνεται επίσης η άποψη, που κυκλοφορεί, περί δήθεν «συμπεριλήψεως του Πάπα εις τα δίπτυχα, τουλάχιστον από το 1968 και εντεύθεν».
Ακόμη και ο ιε΄ κανόνας της ΑΒ΄ Συνόδου, στον οποίον στηρίζονται πολλοί αντι-οικουμενιστές, ομιλεί για διακοπή μνημοσύνου κληρικού, που διδάσκει «κατεγνωσμένη αίρεση». Δια τους μη εισέτι καταδικασθέντες κληρικούς όμως που διδάσκουν τέτοια αίρεση, η διακοπή μνημοσύνου είναι δυνητική (προαιρετική) και όχι υποχρεωτική. Αν σκανδαλίζεται ο κληρικός, διακόπτει το μνημόσυνο, αν δεν σκανδαλίζεται, δεν διακόπτει, δεν αφορά δε σε λαϊκούς (άγιος Νικόδημος, Πηδάλιο, σελ. 358, π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, Τα δύο άκρα, Οικουμενισμός και Ζηλωτισμός). Προς τούτο ο κανόνας αυτός δεν επιβάλλει επιτίμιο σ’ όσους δεν σκανδαλίζονται και δεν διακόπτουν το μνημόσυνο. Αντίθετη άποψη έχει εκφράσει ο π. Ε. Τρικαμηνάς (Η Διαχρονική συμφωνία των αγίων Πατέρων για το υποχρεωτικό του 15ου κανόνος……….), όπου αναφέρει διάφορες πατερικές θέσεις απομάκρυνσης των Ορθοδόξων από αιρετικούς.
Η θύελλα των διαμαρτυριών έχει επικεντρωθεί στις συμπροσευχές Ορθοδόξων και Λατίνων, πλην όμως δεν υπάρχει καμία διαμαρτυρία για τις συμπροσευχές Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών, οι οποίες διενεργούνται εδώ και αιώνες! Είναι γνωστόν, ότι οι Μονοφυσίτες έχουν καταδικαστεί από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, με την παραδοχή, ότι ο Χριστός έχει μόνο μια φύση, τη θεία. Αυτό δεν ήταν όμως δυνατόν να αποτρέψει τις συμπροσευχές με τους αιρετικούς αυτούς, οι οποίες ξεκίνησαν και τυπικά 200 χρόνια μετά την καταδίκη τους και συνεχίζονται μέχρι σήμερα αδιάκοπα! Πρόκειται, για την Εκκλησία των Ιεροσολύμων, όπου εκεί έχουμε συμπροσευχές μεταξύ Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών, εδώ και 1370 χρόνια και πιο συγκεκριμένα:
Με το διάταγμα του Σουλτάνου Ομάρ Χατάμπ, η αφή του αγίου φωτός γίνεται με μια συγκεκριμένη εθιμοτυπία: «Ἡ εθιμοτυπία αύτη βασίζεται επί ρητών διατάξεων των παρ’ ημίν Σουλτανικών ορισμών, εις ένδειξιν των πρωτείων ημών εν τω Πανιέρω Ναώ κατά τα υπό του Ομάρ Χαττάπ και των διαδόχων αυτού χορηγηθέντα προνόμια τω Γένει των Ορθοδόξων Ρωμαίων» (Umar ibn al-Khattab, 640 μ.Χ, Επίσημη ιστοσελίδα Πατριαρχείου Ιεροσολύμων).
Τι συμβαίνει πράγματι; Το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου, ο Ναός της Αναστάσεως πλημμυρίζει από πιστούς Ορθόδοξους και Μονοφυσίτες (Αρμένιους, Κόπτες και Συροϊακωβίτες), για την τελετή αφής του αγίου φωτός. Ο Ορθόδοξος Πατριάρχης εισέρχεται στον Πανάγιο Τάφο για την τελετή, μαζί με Αρμένιο κληρικό. Εκεί αφού προσευχηθούν, ο Πατριάρχης παραδίδει το άγιο φως, πρώτα στον αιρετικό κληρικό και κατόπιν μετά το άνοιγμα της θύρας και πριν παραδώσει το άγιον Φως στους Ορθοδόξους πιστούς, εισέρχονται εντός του Π. Τάφου δυο αιρετικοί κληρικοί (Κόπτης και Συροϊακωβίτης), οι οποίοι παραλαμβάνουν το άγιο Φως από τα χέρια του Πατριάρχη. Αφού εξέλθουν αυτοί, τότε εξέρχεται ο Πατριάρχης και παραδίδει το Φως στους Ορθόδοξους. Είναι γνωστόν από τους Ι. Κανόνες, ότι συμπροσευχές με αιρετικούς απαγορεύονται με την ποινή της καθαίρεσης. Άραγε, μήπως υπάρχουν συμπροσευχές που επιτρέπονται και δεν υπάρχει επιτίμιο ή η μακρόχρονη πρακτική κατακυρώνει παράδοση, μιας και οι σχετικές τελετές χρονολογούνται από τον 7ο αι; Γιατί, άλλες συμπροσευχές, σε άλλα σημεία του κόσμου επικρίνονται σφόδρα και για τις συγκεκριμένες (όπου μετέχουν κληρικοί και λαϊκοί) τηρείται σιγή ιχθύος;
Επανερχόμεθα στον άγιο Μάρκο και τη συμπεριφορά του στους Λατίνους και την συγκρίνουμε με την συμπεριφορά π.χ. του Πατριάρχη Βαρθολομαίου με τους Λατίνους. Ο άγιος Μάρκος ασφαλώς ήξερε, ότι ο Πάπας ήταν αιρετικός. Τότε γιατί αυτή η παρεξηγήσιμη συμπεριφορά του; Μπορούμε να διερευνήσουμε τα κρυπτά της καρδίας του; Υποθέτουμε, ότι το έπραξε σαν ύστατη προσπάθεια ένωσης με τους Λατίνους (κατά τη δική του έκφραση) και όχι επιστροφής τους, η οποία προσπάθεια τελικά απέτυχε. Μήπως ο Πατριάρχης ακολουθεί την τακτική του αγίου Μάρκου, για την ένωση; Μπορεί να εμβαθύνουμε στα κρύφια της καρδίας του; Εικασίες μπορούμε να κάνουμε: Εάν η πρόθεσή του είναι αγαθή και συμβεί κάποιο θετικό βήμα (πράγμα φοβερά δύσκολο, αν όχι ουτοπικό), τότε θα υπάρξει έπαινος. Αν όμως η πρόθεσή του δεν είναι αγαθή, αν είναι ύπουλη, αν σκοπεύει σε ίδιον όφελος, αν καταστρατηγεί το δόγμα, αν ωθεί την καθόλου Εκκλησία στο βόθυνο, τότε η καταδίκη του είναι σίγουρη. Ελπίζουμε να ισχύει το πρώτο, προς δόξαν Θεού! Εμείς όμως άχρι καιρού και με οδηγό το «κατ’  οικονομίαν» (όπως ακριβώς έκανε και ο άγιος Μάρκος), οφείλουμε να είμαστε πολύ προσεκτικοί και συγκρατημένοι.

Πηγές

Βικιπαίδεια: Λήμμα: Εφέσου Μάρκος.
Βασιλειάδη Ν.: Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ένωσις των Εκκλησιών
Βλαστού Κάλλιστου: Δοκίμιον ιστορικόν περί του Σχίσματος
Δημητρακόπουλου Α. Ορθόδοξος Ελλάς
Θεοδωρόπουλου Ε. Τα δυο άκρα, Οικουμενισμός και Ζηλωτισμός
Θ.Η.Ε. Λήμμα: Μάρκος Ευγενικός
Καρμίρη Ι.: Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας
Λαρεντζάκη Γρ.: Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ενότητα των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως.
Παπαδάκη Β. Αρχιμ. Το Σχίσμα του ζηλωτικού Παλαιοημερολογιτισμού
Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Επίσημη ιστοσελίδα
Πηδάλιον. ιε΄ κανόνας ΑΒ΄ Συνόδου
Πισιδίας Μεθόδιου: Έλληνες και Λατίνοι
Ράνσιμαν Στ.  Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα
Συρόπουλου Σ. Απομνημονεύματα.
Τρικαμηνά Ε. Η Διαχρονική συμφωνία των αγίων Πατέρων για το υποχρεωτικό του 15ου Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.
Gill I. Actorum Graecorum Cincilii Fiorentini (AG)
Μansi 31Α, 885D
Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Παράπονα.(Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου)

Εισαγωγικά

Πόσο επίκαιρος ο λόγος του άγιου Πατέρα! Νομίζει κανείς, ότι τα λόγια αυτά αφορούν τους Χριστιανούς πιστούς της σήμερον. Άραγε, γνωρίζουν οι πιστοί, ότι η θ. λειτουργία είναι μια πρόγευση της Βασιλείας των Ουρανών («Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής………., της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας»); Γνωρίζουν, ότι τη λειτουργία προσφέρει ο ίδιος ο Χριστός στον Πατέρα του, μαζί με το πλήρωμα της Εκκλησίας («συ ει ο προσφέρων και προσφερόμενος……….»); Κατανοούν τον αποστολικό και ευαγγελικό λόγο («……….και τους της διανοίας ημών οφθαλμούς διάνοιξον εις την των ευαγγελικών σου κηρυγμάτων κατανόησιν……….»); Γνωρίζουν, ότι ο Χριστός προσωποποιείται στο πρόσωπο του Αρχιερέα ή του Ιερέα, που είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού»; Γνωρίζουν, ότι κατά χάριν θεωρούνται άγιοι κατά την θ. μετάληψη («τα άγια τοις αγίοις»), ενώ «εις άγιος, εις Κύριος Ιησούς Χριστός…..…..» (άγιος Νικόλαος Καβάσιλας); Γνωρίζουν, ότι έχουν αυτούσιο το Χριστό, από τη στιγμή της αναπομπής της ευχής «Μεταβαλών τω Πνεύματί σου το αγίω», μέχρι την κατάλυση από τον Ιερέα; Γνωρίζουν, ότι κοινωνούν το σώμα και το αίμα του ανθρώπου Χριστού, μαζί με τον Θεό Χριστό, «εις άφεσιν αμαρτιών»; Δηλ. ότι κατά θεία παραχώρηση, αλλά και εντολή γίνονται ανθρωποφάγοι και θεοφάγοι; Γνωρίζουν όλα αυτά τα καταπληκτικά μυστήρια, που συντελούνται και όταν τρώγουν τον Θεάνθρωπο Χριστό «θεούνται» γενόμενοι κατά χάριν ανθρωποθεοί (άγιος Μάξιμος Ομολογητής); Αν τα γνωρίζουν όλα αυτά, τότε προσέρχονται με φόβο Θεού (δηλ. φόβο μη εκτέλεσης των εντολών του, κατά το «Ένθες ημίν και τον των μακαρίων σου εντολών φόβον……….»), έχουν Πίστη («ώστε όρη μεθιστάνειν») και Αγάπη προς τον Θεό και τον συνάθρωπο (αγάπη που «μακροθυμεί, χρηστεύεται, ου ζηλοί, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν……….»), και τότε και μόνον τότε βρίσκονταν ήδη από τώρα στη Βασιλεία των Ουρανών.(ΙΚ)
ΔΟΣΙΘΕΟΥ ΚΑΝΕΛΛΟΥ Ηγουμένου Ιεράς Μονής Τατάρνης Ευρυτανίας
αρχείο λήψης
Παραπονείται, λοιπόν, ο Άγιος για την συμπεριφορά των πιστών μέσα στο ναό, για τις πολλές απουσίες τους, για την αδιαφορία τους: «Σήμερα όλοι σας έχετε μεγάλη χαρά. Μόνον εγώ έχω απέραντη λύπη. Κι αυτό, γιατί όταν αναλογισθώ πως όταν περάσει η εορτή και αυτό το πλήθος πάλι θα εξαφανισθεί. Καίγομαι και λυπούμαι κατάκαρδα. Τόσα παιδιά γέννησε η Εκκλησία και όμως δεν τα βλέπει για να τα απολαύσει σε κάθε σύναξη, αλλά μόνον όταν υπάρχει κάποια μεγάλη εορτή. Πόση αγαλλίαση πνευματική, πόση χαρά, πόση δόξα για τον Θεό, πόση ωφέλεια για τις ψυχές θα υπήρχε, αν σε κάθε σύναξι βλέπαμε να είναι γεμάτη η εκκλησία;
Τι μπορώ, για πες μου, να σε διδάξω για όλα τα αναγκαία της πίστεως, όταν έρχεσαι στην εκκλησία μία ή δύο φορές τον χρόνο; Για την ψυχή, για το σώμα, για την αθανασία, για την Βασιλεία των ουρανών, για την κόλαση, για την γέεννα, για την μακροθυμία τού Θεού, για την συγχώρηση, για την μετάνοια, για το βάπτισμα, για την άφεση των αμαρτιών, γι’ αυτή την δημιουργία, την ουράνια και την επίγεια, για την φύση των αγγέλων, για την κακουργία των δαιμόνων, για τα τεχνάσματα του διαβόλου, για τον τρόπο ζωής των Χριστιανών, για τα δόγματα, για την ορθή πίστη, για τις διεφθαρμένες αιρέσεις;» (Λόγος εις το άγιον Βάπτισμα).
xrysostomos
Παραπονείται για την αδιαφορία των Χριστιανών για τα πνευματικά. Ερμηνεύων το του Κυρίου «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται ημίν» (Ματθαίου ΣΤ’, 33), αναφέρει:
«Προσέξτε, μη ζητείτε, λέγει ο Κύριος, τα τού παρόντος βίου διόλου. Εμείς όμως συνεχώς αυτά ζητούμε. Λέγει να επιζητείτε τα επουράνια. Εμείς όμως ούτε για λίγη ώρα δεν τα επιζητούμε. Ίσα ίσα όση μέριμνα επιδεικνύουμε για τα βιωτικά, τόσην ολιγωρία και αδιαφορία έχουμε για τα πνευματικά. Μάλλον δε η αδιαφορία μας είναι πολύ περισσότερη» (Ομιλία ΚΒ’ εις τον Ματθαίον).
Είχε δε ο ιερός Πατήρ πρόβλημα με το ακροατήριόν του. Άλλοτε συνωθούντο, άλλοτε εξηφανίζοντο.
Κάποια μεγάλη Τεσσαρακοστή συνέβη το εξής: Αρχίζει την Καθαρά Δευτέρα την ερμηνείαν εις την εξαήμερον τού Μωυσέως, τις έξη δηλαδή ημέρες της δημιουργίας. Ομιλία πρώτη: «Χαίρω και ευφραίνομαι γιατί βλέπω να στολίζεται η Εκκλησία του Θεού με το πλήθος των παιδιών της. Σάς βλέπω όλους να τρέχετε προς τον ναό με πολλή την χαράν». Έρχεται η Καθαρά Τρίτη: «Είμαι γεμάτος σήμερα με χαρά μεγάλη, βλέποντας τα αγαπημένα σας πρόσωπα». Τα ίδια και την Καθαρά Πέμπτη: «Βλέποντας, αγαπητοί, την μεγάλη σας προθυμία στο να συγκεντρώνεσθε στην σύναξή μας στον ναό, διακατέχομαι από μεγάλη χαρά και δεν παύω να δοξάζω τον φιλάνθρωπο Θεό για την προκοπή σας».
Έρχεται όμως και το Σάββατο: «Θέλω να αρχίσω την συνειθισμένη μου διδασκαλία, αλλά διστάζω και υποφέρω. Λίγο φύσηξεν ο διάβολος και ξεχάσατε όλη την προηγούμενη διδασκαλία και την καθημερινή παραίνεσι. Τρέξατε οι πάντες στην σατανική εκείνη πομπή, στον Ιππόδρομο. Βγάλατε από τις ψυχές σας την σύνεση της αγίας Τεσσαρακοστής και πέσατε στα δίχτυα τού διαβόλου». Κρίμα στα τόσα κηρύγματα.
Συνέβαιναν όμως διάφορα παράξενα πράγματα. Πολλοί από τους ακροατάς νύσταζαν, άλλοι δεν πρόσεχαν ή πρόσεχαν αλλού. «Αλλά ξυπνήστε και αφήστε την βαρυεστημάρα. Σας κηρύττουμε ερμηνεύοντες την Αγία Γραφή, και σεις αντί να προσέχετε παίρνετε τα μάτια σας από μένα και κοιτάτε προσεκτικά τις λαμπάδες και τον νεωκόρο που τις ανάβει. Δεν βλέπετε τίποτε το παράξενο, ούτε κάτι το παράδοξο. Βλέπετε ένα άνθρωπο που κάνει συνηθισμένα πράγματα. Και όμως στρέφετε προς τα εκεί τα πρόσωπα σας» (Λόγος Δ’ εις την Γένεσιν).
Πολλοί βαρυόντουσαν τα συνεχή κηρύγματα. Πήγαιναν στα πρώτα και σιγά-σιγά αραίωναν: «Τι συμβαίνει; Όσο προχωρούν οι εορτές, τόσον και οι συγκεντρώσεις γίνονται αραιότερες. Αλλ’ ας μη βαρυόμαστε εμείς οι παρόντες. Αυτές οι συνάξεις γίνονται αραιότερες ως προς το πλήθος, αλλ’ όχι ως προς την προθυμία. Λιγότερες σε αριθμό, αλλ’ όχι και στον ιερό πόθο» (Ομιλία προς τους εγκαταλείψαντας την σύναξιν της Εκκλησίας).
Οι δε Κωνσταντινουπολίτες ήσαν λίαν ευπαθείς και στις καιρικές συνθήκες. Καταπέλτης ο ιερός Πατήρ: «Τι συμβαίνει λοιπόν; Έπρεπε όλη η Πόλις να είναι εδώ, παρούσα σήμερον. Και όμως ελάχιστοι από τους πιστούς προσήλθαν. Γιατί άραγε; Μήπως αίτιον είναι η λάσπη και η βροχή; Δεν θέλω να το πιστέψω. Δεν είναι η λάσπη αλλ’ η ραθυμία σας και η πεσμένη σας προθυμία. Πώς μπορούν να συγχωρηθούν αυτοί που απουσιάζουν, την στιγμή που αυτοί οι μάρτυρες που ήλθαμε να τιμήσουμε περιφρόνησαν και αυτή την ίδια τους την ζωή; Και είναι δυνατόν να εμποδισθούν από την λάσπη;» (Ομιλία εν τη παλαιά Πέτρα).
Πιστεύει ότι «όπου υπάρχει πλούτος και άρπαγες εκεί ο άνθρωπος είναι λύκος. Όπου υπάρχει πλούτος και θηριωδία εκεί βλέπω λιοντάρι και όχι άνθρωπο» (Λόγος ΣΤ’ εις τον πτωχόν Λάζαρον). Δεν υπάρχει σχεδόν λόγος όπου να μη καταφέρεται κατά της ασπλαχνίας των πλουσίων και της ανάγκης για φιλανθρωπία και ελεημοσύνη.
ΟΙ αντίπαλοί του τον κατηγορούσαν: «Αεί κολλάσαι τοις πλουσίοις». Και απαντούσε: «Κολλώμαι πλουσίοις ότι κολλώνται πτωχοίς». Αυτός ο άνισος αγών τον οδήγησε στην εξορία και τον μαρτυρικό θάνατο. Όμως ποτέ δεν υπεχώρησε καίτοι εγνώριζε τι τον περιμένει.
Ας επανέλθουμε όμως στο παράπονο του ιερού Πατρός για την συμπεριφορά των Χριστιανών μέσα στον ναό: «Όταν γίνεται προσευχή, νέοι και γέροντες κάθονται ψυχροί. Ανάξιοι και καθάρματα μάλλον παρά νέοι, καγχάζοντας, συνομιλούντες και κοροϊδεύοντες αλλήλους, καθισμένοι στα γόνατα… Βλέπετε πόση κακία κατέχει την οικουμένη… Βλέπω και άλλους να κουβεντιάζουν όρθιοι, ενώ τελείται η θεία Λειτουργία. Οι δε πιο ανόητοι απ’ αυτούς, όχι μόνον την ώρα της προσευχής αλλά και την ώρα που δέχονται την ευλογίαν τού ιερέως. Τι τόλμη, Θεέ μου, πότε θα έλθη η σωτηρία; Πώς θα μπορέσουμε να εξιλεώσουμε τον Θεό; Δεν καταλαβαίνεις ότι συμπροσεύχεσαι με αγγέλους; Με αυτούς συμψάλλεις, με αυτούς υμνείς και στέκεσαι και γελάς; Δεν φοβάσαι τον Θεό;» (Ομιλία ΚΔ εις τας Πράξεις).
ΙΕΡΟΣ-ΧΡΥΣΟΣΤ.ιστ-
Και εντός τού ναού ευρισκόμενοι «ενωτισθώμεν» τα παράπονα τού ιερού Πατρός διά τους μετέχοντας εις την θείαν Ευχαριστίαν. Ερωτά κατά πρώτον: «Ποιούς πρέπει να παραδεχθούμε; Αυτούς που κοινωνούν μια φορά τον χρόνο; Αυτούς που κοινωνούν πολλές φορές; Αυτούς που κοινωνούν λίγες; Ούτε τους άπαξ, ούτε τους πολλάκις, ούτε τους ολιγάκις. Αλλά μόνον αυτούς που έχουν καθαρή συνείδηση. Αυτούς που έχουν καθαρή καρδιά και βίον ανεπίληπτον. Αυτοί μπορούν να προσέρχωνται πάντοτε. Οι άλλοι ούτε μία φορά τον χρόνο. Γιατί παίρνουν κρίμα καταδίκη, κόλαση και τιμωρία» (Ομιλία ΙΖ’ εις την προς Εβραίους).
Και αλλού λέγει: «Γνωρίζω ότι πολλοί από σας θα έλθουν να κοινωνήσουν επειδή ήλθε κάποια εορτή. Σας είπα και σας ξαναείπα: δεν πρέπει να εξετάζετε πότε θα έλθει η εορτή για να κοινωνήσετε, αλλά να καθαρίζετε την συνείδηση σας και τότε να εγγίζετε αυτή την ιερά θυσία. Γιατί ο μαγαρισμένος και ο ακάθαρτος, έστω και αν έλθει εορτή δεν δικαιούται να κοινωνήσει εκείνη την άγια και φρικτή σάρκα. Ο καθαρός όμως, αυτός που με ακριβή μετάνοια έχει σφογγίσει τα πλημμελήματά του, και κατά την εορτή και πάντοτε μπορεί να συμμετέχει στα θεία Μυστήρια και έτσι να γίνεται άξιος των δωρεών του Θεού. Όμως μερικοί τα περιφρονούν όλα αυτά και ενώ είναι γεμάτοι από μύρια κακά, σαν δουν να έρχεται η εορτή, σαν να τους σπρώχνει κάτι, εγγίζουν τα άχραντα Μυστήρια, τα οποία ενώ είναι τέτοιοι ούτε να δουν δεν επιτρέπεται» (Λόγος εις το άγιον Βάπτισμα).
Για την μετοχή στην θεία Ευχαριστία χρειάζεται επιμελής προετοιμασία: «Σας παρακαλώ, όταν πρόκειται να μετάσχετε στην θεία Κοινωνία, πρέπει πριν από πολλές ημέρες να καθαρίζετε τους εαυτούς σας με μετάνοια, προσευχή, ελεημοσύνη και με απασχόληση στην πνευματική ζωή» (Λόγος ΣΤ’ «Περί Ακατάληπτου»).
Ασχολείται εις πολλάς του ομιλίας με τον τρόπο προσελκύσεως εις την θείαν Κοινωνίαν και παραπονείται εντόνως διά την συμπεριφορά των Χριστιανών: «Υπάρχει ένα αμάρτημα. Ποιο; Το να μη προσέρχεσθε με φρίκη, αλλά κλωτσώντας, χτυπώντας, γεμάτοι θυμό, φωνάζοντας, κοροϊδεύοντας, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον, γεμάτοι ταραχή… Στην αγορά να υπάρχει ησυχία και στην εκκλησία κραυγές; Στο πέλαγος γαλήνη και στο λιμάνι τρικυμία; Γιατί θορυβείς; Πες μου, άνθρωπε μου, γιατί βιάζεσαι; Υπάρχει η ανάγκη κάποιων πραγμάτων; Αλλ’ είναι δυνατόν να σκέπτεσαι κάποιες υποθέσεις, κατ’ αυτήν την ώρα; Θυμάσαι ότι ευρίσκεσαι στην γη; Νομίζεις ότι ευρίσκεσαι ανάμεσα σε ανθρώπους; Και δεν είναι το μυαλό σου σκέτη πέτρα, το να νομίζεις κατ’ αυτόν τον καιρό ότι πατάς στην γη και ότι δεν συγχορεύεις με τους αγγέλους; Μυστήρια λέγονται και όντως είναι. Όπου δε υπάρχουν μυστήρια εκεί επιβάλλεται σιγή. Με πολλήν λοιπόν σιγή, με πολλή ευταξία, με την πρέπουσα ευλάβεια να προσερχώμεθα σ’ αυτήν την θυσία» (Λόγος εις το άγιον Βάπτισμα).
«Αφήστε λοιπόν, κραυγάζει ο Πατήρ, αφήστε τα φαγητά και τα μαγικά. Αξιοθαύμαστο και μοναδικό φαγητό είναι ο Σταυρός. Αυτός έχει μεγίστην ισχύ. Ευτυχής η ψυχή που επικαλείται το όνομα του Ιησού Χριστού, που για μας σταυρώθηκε. Αυτό το όνομα να επικαλεσθεί και κάθε αρρώστια θα φύγει και κάθε επιβουλή σατανική θα υποχωρήσει» (Κατήχηση ΙΒ’).
«Δεν γνωρίζεις πόσα κατώρθωσεν ο Σταυρός; Κατέλυσε τον θάνατο, έσβησε την αμαρτία, αχρήστευσε τον Άδη, διέλυσε την δύναμή του διαβόλου και δεν είναι ικανός και αξιόπιστος να σου δώσει την υγεία του σώματος; Ανέστησε όλη την οικουμένη και συ δεν τον εμπιστεύεσαι;» (Λόγος εις τον Σταυρόν).
Υπάρχουν κάποιες φεμινίστριες της συμφοράς που ανιστορήτως κατηγορούν τους αγίους Πατέρας επί μισογυνισμώ. Απ’ αυτή την συκοφαντία (διότι περί συκοφαντίας πρόκειται) δεν εξαιρείται ο άγιός μας. Τιμά τις αγαθοπροαίρετες, ελέγχει τις ελαφρόμυαλες. Λέγει (και πολύ σωστά): «Μέγαν αγαθόν γυνή, ωσπερούν και κακόν μέγα» (ομιλία Κ’ εις την προς Εβραίους). Με αυτό το «μέγα αγαθόν» ο ιερός Πατήρ είχε στενάς και επωφελείς σχέσεις. Η Ολυμπιάς, η Πενταδία, η Πρόκλη, η Σαλβίνα, ήσαν από αυτές. Δεν είχεν όμως σχέσεις με το «μέγα κακόν». Τις «ανασείστριες και ταραξάνδριες» γυναίκες, την Ευγραφία, την Μάρσα, την Καστρικία. Δεν ανείχετο τον προκλητικόν τρόπον ζωής των. «Γραίδες ούσαι διό τον χρόνον, τι ανηβάν παραβιάζεσθε το σώμα, βοστρύχους επί του μετώπου φέρουσαι καθάπερ εταιρίδες, υβρίζουσαι και τας λοιπάς ελευθέρας, επί απάτη των συντυγχανόντων και τούτο χήραι;» (Παλλαδίου, Βίος Ι. Χρυσοστόμου κεφ. Δ’ και Η’).
Άλλ’ ας έλθουμε σε κάποια αλλά παράπονα. Ασχάλλει ο άγιος διά τις ιεροκατηγορίες: «Ακονίζουμε την γλώσσα μας κατά των ιερέων» (ομιλία ΠΣΤ’ εις το κατά Ιωάννην). «Εάν αυτοί που κακολογούν τον πατέρα ή την μητέρα τους πρέπει να θανατώνονται (κατά την Παλαιά Διαθήκη), ποιάς τιμωρίας θα είναι άξιος αυτός που τολμά να κατηγορήσει εκείνον που είναι κατά πολύ αναγκαιότερος και καλύτερος από τους γονείς; Και δεν φοβάται μήπως ανοίξει η γη και τον καταπιεί ή μήπως πέσει κεραυνός απ’ τον ουρανό και κατακαύσει την κατηγορούσα γλώσσα του;» (Ομιλία εις Πρίσκιλλαν και Ακύλαν). Η χάρις των μυστηρίων δεν εξαρτάται από το ποιόν του τελούντος κληρικού. Ο κληρικός απλώς «την εαυτού δανείζει γλώτταν και την εαυτού παρέχει χείρα» (ομιλία ΠΣΤ’ εις το κατά Ιωάννην). Ο ιδιωτικός βίος τού κληρικού δεν παρακωλύει τον αγιασμόν των μυστηρίων. «Και δι’ αναξίων είωθεν ο Θεός ενεργείν» (Ομιλία Η’ εις την Α’ προς Κορινθίους).
«Δεν μας χαρίζεται η χάρις του άγιου Πνεύματος εξ αίτιας της αρετής των ιερέων. Αυτός καθήκον έχει να ανοίγει το στόμα του, το παν είναι έργον Θεού» (ομιλία ΠΣΤ’ εις το κατά Ιωάννην). Και διά να μη παρεξηγηθεί προσθέτει: «Τα λέγω αυτά χωρίς να παραδέχωμαι αυτούς που αναξίως μετέρχονται την ιερωσύνη».
Για την αντιγραφή

Η΄ + Θ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

8η Οικουμενική
Παρατηρήσεις πάνω στις Οικουμενικές Συνόδους:
1/ Οι Σύνοδοι αυτές συγκαλούνται για επίλυση μειζόνων προβλημάτων της καθόλου Εκκλησίας και ειδικά προς επίλυση αναφυομένων αιρέσεων.
2/ Τις Συνόδους συγκαλούν αυτοκράτορες, δηλ. φορείς της κοσμικής εξουσίας. Υπάρχει μια εξαίρεση, αυτή της Γ΄ Συνόδου, όπου ο Θεοδόσιος Β΄ αρνήθηκε τη σύγκλιση, δεν παρέστη και δεν αντιπροσωπεύθηκε, συνέλαβε δε και τον Πρόεδρο της Συνόδου, Αλεξανδρείας Κύριλλο.
3/ Στις Συνόδους αυτές μετέχουν εκπρόσωποι και των πέντε Πατριαρχείων (Ρώμης, ΚΠόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων).
4/ Στις Συνόδους μετείχαν πάντοτε και οι κατηγορούμενοι για αιρετικές κακοδοξίες.
5/ Ο χαρακτηρισμός μιας Συνόδου, ως Οικουμενικής γίνεται κατά βάση από μια επόμενη Οικουμενική Σύνοδο, απαραίτητη όμως θεωρείται η επικύρωση από το πλήρωμα της Εκκλησίας.
6/ Όλες οι Σύνοδοι εξέδωσαν Όρο Πίστεως.
Παρατηρήσεις πάνω στην Η΄ Οικουμενική επί Μ. Φωτίου:
1/ Η Η΄ Οικουμενική συγκλήθηκε για: α/ την αποκατάσταση του Μ. Φωτίου, β/ την επίλυση του βουλγαρικού ζητήματος, γ/ τη διευθέτηση των αποσχισθέντων Ιγνατιανών Επισκόπων
2/ Η Σύνοδος συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ Μακεδόνα.
3/ Συμμετείχαν 383 Επίσκοποι από τα πέντε Πατριαρχεία Ρώμης, ΚΠόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων.
4/ Η Σύνοδος αναγνώρισε όλες τις προηγούμενες 7 Συνόδους, ως Οικουμενικές, η ίδια δε αυτοχαρακτηρίσθηκε ως Οικουμενική.
5/ Εξέδωσε Όρο Πίστεως, στον οποίον εμφαίνεται το ακαινοτόμητον του Συμβόλου Νικαίας-ΚΠόλεως.
6/ Εξέδωσε 3 Ιερούς Κανόνες.
Παρατηρήσεις πάνω στη Σύνοδο του 1351:
1/ Η Σύνοδος συγκλήθηκε, για να διερευνήσει τις καταγγελίες του Βαρλαάμ του Καλαβρού και Ακινδύνου ενάντια στον Θεσ/νίκης Γρηγόριο Παλαμά
2/ Την Σύνοδο συγκάλεσε ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός.
Συμμετείχαν 26 Επίσκοποι υπό τον ΚΠόλεως Κάλλιστο Α΄ οι: Ηρακλείας, Θεσσαλονίκης, Κυζίκου, Φιλαδελφείας, Χαλκηδόνος, Μελανίκου, Αμασείας, Ποντοηρακλείας, Πηγών και Παρίου, Βερροίας, Τραπεζούντος, Τραϊανουπόλεως, Σηλυβρίας, Άπρω, Αμάστριδος, Σουγδαίας, Αίνου, Βρύσεως, Μαδύτων, Βιζύης, Καλλιουπόλεως, Εξαμιλίου, Σωζοπόλεως, Αδριανουπόλεως, Σταυρουπόλεως, Διδυμοτείχου, άπαντες του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ουδείς Επίσκοπος άλλου Πατριαρχείου παρέστη.
3/ Αναγνωρίσθηκε ότι τον Θεσσαλονίκης «σύμφωνον τοις ιεροίς θεολόγοις εύρομεν και συνήγορον Χριστού χάριτι της κατ’ ευσέβειαν αληθείας»
4/ Οι κατήγοροι Βαρλαάμ και Ακίνδυνος αφορίσθησαν της Εκκλησίας «και τω από Χριστού αναθέματι καθυποβάλλομεν».
5/ Η Σύνοδος αυτοχαρακτηρίζεται θεία και ιερά.
6/ Η Σύνοδος δεν εξέδωσε ‘Ορο ή Κανόνα
Συμπερασματικά και με τις παραπάνω προϋποθέσεις:
Η Σύνοδος του 880 θεωρείται Οικουμενική, καθότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί ως τέτοια
Η Σύνοδος του 1351 ΔΕΝ θεωρείται ως Οικουμενική, γιατί δεν πληροί τις προϋποθέσεις, παρά μόνον εκείνη της σύγκλησης από τον αυτοκράτορα. Αλλά και η ΑΒ΄ Σύνοδος του 861 συνεκλήθη από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, πλην όμως δεν χαρακτηρίζεται ως Οικουμενική, εκ μόνου του λόγου τούτου.
Η ανακήρυξη Συνόδων, ως Οικουμενικών, από μεμονωμένο Επίσκοπο της Εκκλησίας είναι άγνωστη στην εκκλ. ιστορία και ως τέτοια θεωρείται ως μια μεμονωμένη καινοτομία.
Ι.ΚΑΡΔΑΣΗΣ.

ΔΙΑΡΚΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝΤΑ ΑΙΩΝΑ (Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου)

meta_8anato
Εισαγωγικά
Αναγινώσκουμε στην ακολουθία των κεκοιμημένων: «Ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός, ο τον θάνατον καταπατήσας, τον δε διάβολον καταργήσας και ζωήν τω κόσμω σου δωρησάμενος…..» (Αποστολική Διακονία, σελ. 55). Είναι όντως έτσι; Δηλ. ο Χριστός, με τον θάνατό του καταπάτησε το θάνατο και κατάργησε τον διάβολο; Δηλ. ζούμε στον Παράδεισο και δεν το έχουμε καταλάβει; Δεν υπάρχει πλέον διάβολος στη ζωή μας; Μακάρι να ήταν έτσι. Δυστυχώς, πρόκειται για ένα δογματικό λάθος. Ο Χριστός με τον θάνατό του κατάργησε το κράτος του θανάτου, τον δε διάβολο καταπάτησε, αλλά δεν κατάργησε. Και γιατί δεν κατάργησε τον διάβολο; Μα γιατί  δεν καταργεί μια ύπαρξη, ούτε δεσμεύει την ελευθερία της ακόμη και για να κάνει το κακό. Ο διάβολος θα αυτοκαταργηθεί εκ των πραγμάτων, διότι δεν θα μπορεί να διαβάλει πλέον σε αναστημένα σώματα, όπως μπορεί και διαβάλει σε σαρκικά σώματα. Μη έχοντας λοιπόν σκοπό και ύπαρξη, με την πάροδο των αιώνων θα αυτοκαταργηθεί, θα περιέλθει σε αχρηστία και αυτό είναι το χειρότερο μαρτύριο για τον εφευρέτη του κακού. Να μην έχει πεδίον δράσεως. Αυτό μας το λένε οι άγιοί μας (Γρηγόριος Νύσσης και Μάξιμος Ομολογητής). Μάλιστα, ο Νύσσης Γρηγόριος δε δίστασε να γράψει, ότι ο Χριστός ελευθερώνει όχι μόνο όλους τους ανθρώπους από την κακία αλλά θεραπεύει ακόμα και τον ίδιο τον «εφευρετή» της κακίας: «τον τε άνθρωπον τες κακίας ελεύθερον και αυτόν τον τες κακίας ευρετήνιώμενος». Ριζοσπαστική μαρτυρία, πλην όμως κανένας δεν τόλμησε να τον «επιτιμήσει» για την μαρτυρία του αυτή.
Έτσι, με την πάροδο των αιώνων και αυτοκαταργούμενου του διαβόλου παύουν να υφίστανται και οι διαβολές, το κακό καταργείται και μαζί του καταργείται και η μνήμη του κακού και επομένως και η εξ αυτής οδύνη. Οι κολασμένοι, οι οποίοι δεν ήθελαν να δουν Θεού πρόσωπο, θα εξακολουθήσουν να μην το βλέπουν -δική τους η επιλογή- πλην όμως θα αισθάνονται τη θεία παρουσία, ως «πυρ καταναλίσκον».
Για του μη κολασμένους όμως, η «ανάσταση ζωής» θα συνεχίζεται και θα συνεχίζεται αενάως, χωρίς να έχει τέλος, όπως θαυμάσια το παρουσιάζουν οι άγιοι Πατέρες (Μάξιμος Ομολογητής και Γρηγόριος Παλαμάς). Όποιος, εν ζωή, είχε εισέλθει στο στάδιο της καθάρσεως και μετανοίας, άσχετα αν τελείωσε το στάδιο αυτό, αυτός θα προχωρεί από αγιασμό σε αγιασμό και από χάρη σε χάρη, γιατί η αρετή δεν έχει τέλος. Ο άγιος Μάξιμος ορμώμενος από το τρίπτυχο του Ωριγένη για κίνηση-γένεση-στάση, το μετασχηματίζει σε γένεση-κίνηση-(αεικίνητη) στάση, όπου αυτή η στάση θα είναι μια διαρκής κίνηση. Το ίδιο πρεσβεύει και ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, όπου αναφέρει τον μέλλοντα αιώνα, ως άληκτο, δηλ. που δεν έχει τέλος, όχι μόνο ως προς το χρόνο, αλλά και ως προς την προσθήκη χαρισμάτων.
Αυτό το τελευταίο το προγεύονται από τώρα και οι κεκοιμημένοι, οι οποίοι είχαν μπει στο στάδιο της καθάρσεως και μετανοίας. Μεταλαμβάνουν και αυτοί σε κάθε τέλεση της θ. κοινωνίας: «Οι ψυχές οι απαλλαγμένες από το σώμα έχουν ένα πλεονέκτημα σχετικά με τον αγιασμό, απέναντι σ’ εκείνες που ζουν με σώμα. Διότι καθαρίζονται και παίρνουν άφεση αμαρτιών με τις ευχές των ιερέων και τη μεσιτεία των τιμίων δώρων όχι λιγότερο από τους ζώντες» (άγιος Νικόλαος Καβάσιλας).
Επομένως, η αεικίνητη στάση και η στάσιμη κίνηση θα συνεχίζεται για όλους δικαιωμένους και κολασμένους, χωρίς να υπάρχει σύμπλεξη των μεν με τους δε, όπου οι πάντες θα βρίσκονται σε κάποια «μονή» και θα μετακινούνται «από μονή σε μονή», καθότι «εν τη οικία του πατρός μου μοναί πολλαί εισίν» (Ιω. 14. 2). Ακόμη και οι κολασμένοι θα μετέχουν διαβαθμίσεων, χωρίς όμως ποτέ να μετέχουν της μέθεξης του Θεού.
———————————————————————————
Ι.Κ.

cf86cf8640
H αιώνια ζωή δεν είναι στάση, αλλά μια διαρκής κίνηση, γι’ αυτό οι άγιοι, συνεχώς θα γίνονται χωρητικότεροι στην μέθεξη της ακτίστου δόξης του Θεού. Αυτή είναι μια αλήθεια πού τονίζεται στη βιβλικοπατερική Παράδοση.
Η θεολογική υποδομή της αλήθειας αυτής φαίνεται σε δύο σημεία. Το πρώτο, ότι ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού. Η φράση «καθ’ ομοίωσιν» δείχνει την κίνηση, τη φορά προς τον Θεό. Και, φυσικά, αυτό υπονοεί, ότι δεν θα υπάρχει τέλος της τελείωσης, γιατί αυτό θα σήμαινε τελεία και πλήρη ομοίωση με τον Χριστό. Το δεύτερο, πού συνδέεται με το προηγούμενο, έχει σχέση με την διαφορά μεταξύ ακτίστου και κτιστού. Το κτιστό ποτέ δεν μπορεί να γίνει άκτιστο. Κινείται μεν το κτιστό προς το άκτιστο, αλλά δεν είναι δυνατό να γίνει κατά φύσιν άκτιστο. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο πάντοτε θα κινείται και δεν θα υπάρχει τέλος και πέρας αυτής της κίνησης.
Οι άγιοι κατά την θεωρία του Θεού, καταλαβαίνουν πολύ καλά την κτιστότητα και την τρεπτότητα της φύσης τους. Και αυτό το αισθάνονται ως πτώση. Βέβαια, αυτό λέγεται από την άποψη, ότι συγκρινόμενο το κτιστό προς το άκτιστο βλέπει την μηδαμινότητά του. Γι’ αυτό όσοι είδαν το Θεό κατάλαβαν τη φθαρτότητα, τη θνητότητα και, όπως ο Αβραάμ, είπαν «εγώ ειμί γη και σποδός». Αυτή η διαρκής κίνηση και εξέλιξη φαίνεται σε πολλά αγιογραφικά χωρία. Ο ρηματικός τύπος του διαρκούς ενεστώτα, πού χρησιμοποιείται σε πολλές φράσεις, όπως «μετανοείτε», «γρηγορείτε» κ.λπ. δείχνει, ότι δεν πρόκειται για μια στάσιμη κατάσταση, αλλά για μια διαρκή εξέλιξη και από αυτήν ακόμη τη ζωή.
Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη υπάρχει προτροπή: «και ο άγιος αγιασθήτω έτι» (Αποκ. 22. 11). Αυτό δεν συμβαίνει μόνον στην ζωή αυτή, αλλά θα συνεχισθεί και στην άλλη ζωή. Όποιος εισήλθε στο στάδιο της καθάρσεως και της μετανοίας, αυτός θα προχωρεί από αγιασμό σε αγιασμό και από Χάρη σε Χάρη. Όσο ο άνθρωπος θα ευφραίνεται από τη θεωρία της δόξης του Θεού, τόσο και περισσότερο θα αυξάνεται η αναζήτησή της. Άλλωστε, αυτή είναι η πορεία της αρετής. Η αρετή δεν έχει τέλος, γιατί αυτό θα σήμαινε ένα κορεσμό, και, φυσικά, κάθε κορεσμός δημιουργεί κόπο, κούραση. Εφ’ όσον οι αρετές είναι καρποί του Παναγίου Πνεύματος, και ποτέ δεν μπορούμε να φθάσουμε στην τελειότητα της ζωής του Χριστού, άρα, δεν υπάρχει όριο της αρετής. Με αυτές τις προϋποθέσεις καταλαβαίνουμε, ότι δεν υπάρχει πέρας μετανοίας, γιατί αυτό θα σήμαινε κατά φύση ομοιότητα με τον Χριστό
Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης υποστηρίζει, ότι η αρετή δεν έχει τέλος. Η τελειότητα για όλα τα πράγματα πού μετρώνται με τις αισθήσεις διαλαμβάνεται μέσα σε ορισμένα όρια, και φυσικά μετρώνται με μια μονάδα μέτρησης. Για τα μεγάλα όμως αγαθά, όπως την αρετή, δεν υπάρχει κανένα όριο. «Επί δε της αρετής έναν παρά του αποστόλου τελειότητος όρον εμάθομεν, το μη έχειν αυτήν όρον». Η αρετή δεν έχει όριο, πέρας. Και το τονίζει αυτό, έχοντας υπ’ όψη του τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «ούχ ότι ήδη έλαβον ή ήδη τετελείωμαι, διώκω δε ει και καταλάβω, εφ’ ω και κατελήφθην υπό του Ιησού Χριστού αδελφοί, εγώ εμαυτόν ούπω λογίζομαι κατειληφέναι, εν δε, τα μεν οπίσω επιλανθανόμενος τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενος κατά σκοπόν διώκω επί το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού, όσοι ουν τέλειοι, τούτο φρονώμεν» (Φιλ. 3. 12-15).
Ο Απόστολος Παύλος, ενώ αισθάνεται ότι έχει καταληφθεί από τον Χριστό και ότι βρίσκεται στον δρόμο της τελειότητας, εν τούτοις αισθάνεται ότι δεν έχει φθάσει ακόμη. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αναφερόμενος σε αυτό το αποστολικό χωρίο, λέγει ότι ο Απόστολος Παύλος τρέχοντας τον δρόμο της αρετής και επεκτεινόμενος προς τα εμπρός, δεν αισθανόταν ότι η πορεία του έληξε, γιατί δεν θεωρούσε ασφαλή την στάση του δρόμου. Το τέλος της αρετής είναι η κακία, όπως το τέλος της ζωής είναι ο θάνατος. Ο Θεός είναι το τέλειο αγαθό από την φύση του, πού δεν έχει καμιά κακία. Γι’ αυτό η θεία φύση είναι αόριστη και απεράτωτη, δηλαδή δεν έχει πέρας. Να ασκούμε την αρετή, σημαίνει να μετέχουμε του Θεού. Όσοι λοιπόν, γνωρίζουν το κατά φύσιν καλό, έχουν την επιθυμία της μετουσίας του, αλλά επειδή το κατά φύσιν καλό δεν έχει όριο, πέρας, γι’ αυτό η επιθυμία του μετέχοντος δεν μετέχει στο αμάρτημα. Επομένως, η αρετή έχει έναν όρο, το αόριστο, το ότι δεν έχει όριο: «Της δε αρετής εις όρος εστι, το αόριστον» (Γρηγορίου Νύσσης έργα. 9 ΕΠΕ, σελ. 148-150).
Αν αυτό γίνεται στην ζωή αυτή, σημαίνει, ότι θα συνεχιστεί και στην άλλη ζωή ακόμη περισσότερο, τότε πού ο άνθρωπος θα αποκτήσει και μεγαλύτερη γνώση του Θεού, και αυτό θα αυξάνει την επιθυμία του εφέτου. Γιατί, όσο μεγαλύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι η γνώση. Και όσο μεγαλύτερη είναι η γνώση, τόσο αυξάνεται και η αγάπη, καθώς επίσης και η επιθυμία.
Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος λέγει, ότι η ενοίκηση της Αγίας Τριάδος μέσα στην καρδιά των τελείων, «γνωστώς και ευαισθήτως», δεν είναι πλήρωση του πόθου, αλλά αιτία σφοδρότερου και μεγαλυτέρου πόθου. Η επίσκεψη αυτή του Θεού δεν αφήνει τον άνθρωπο να ηρεμήσει, αλλά τότε φλέγεται από φωτιά. Επειδή ο νους δεν μπορεί να βρει τέλος του ποθούμενου, και επειδή δεν μπορεί να δώση κανένα μέτρο στον πόθο και την αγάπη και βιάζεται να μεθέξει του ατελέστου, γι’ αυτό «ατέλεστον αεί τον πόθον και απλήρωτον την αγάπην εν εαυτώ περιφέρει» (SC 51. σελ. 42).
Έτσι, ο ορισμός της τελειότητας είναι να μην περιορίζεται σε μέτρα. Υπάρχει μια ακατάπαυστη και αυξανόμενη αγάπη και ένας διάπυρος πόθος προς τον Θεό. Κάθε στάση είναι κακία. Γι’ αυτό κατά τους Πατέρας, η τελειότητα ορίζεται ως η «των τελείων ατέλεστος τελειότης».
Στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων, για την αιώνια ζωή και την μέθεξη της ακτίστου Χάριτος του Θεού γίνεται λόγος για διαρκή εξέλιξη. Ο άγιος Μάξιμος κάνει αναφορά στην αεικίνητη στάση των εφιεμένων το εφετό. Κατά τον άγιο Μάξιμο, η θέωση ταυτίζεται με την ομοίωση με τον Θεό και τη μέθεξη του Θεού. Μιλώντας για την μέθεξη, τη θεωρεί ως διηνεκή και διαρκή απόλαυση του εφετού. Εδώ γίνεται φανερό, ότι μιλάει για διηνεκή απόλαυση, η οποία είναι αεικίνητη στάση. Χαρακτηριστικά γράφει: «Αεικίνητος δε στάσις περί το εφετόν των εφιεμένων έστιν η του εφετού διηνεκής τε και αδιάστατος απόλαυσις, απόλαυσις δε διηνεκής και αδιάστατος του εφετού, η των υπέρ φύσιν θείων καθέστηκε μέθεξις» (ΡG 90. 608-609).
Σε όλη τη διδασκαλία του αγίου Μαξίμου γίνεται φανερό, ότι η πνευματική ζωή έχει μια διαρκή εξέλιξη και δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσει. Γι’ αυτό γίνεται λόγος για συνεχή άνοδο και αύξηση στην μέθεξη του αγαθού. Στα έργα του, πολύ συχνά συναντούμε τους όρους «αεικίνητος στάσις» και «στάσιμος κίνησις». Για να ερμηνεύσουμε όμως καλύτερα αυτήν την ουσιαστική του θέση, πρέπει να δούμε τα προβλήματα, πού αντιμετώπιζε από την πλευρά της φιλοσοφίας. Γιατί, είναι γνωστό, ότι οι Πατέρες απήντησαν στα οντολογικά ερωτήματα των φιλοσόφων και έδωσαν σωστές απαντήσεις, προερχόμενες από την Αποκάλυψη του Θεού.
Ο Ωριγένης, ακολουθώντας εν πολλοίς τις θεωρίες του Πλάτωνα, υποστήριζε, ότι η κίνηση προϋπήρχε της γένεσης του κόσμου και ότι έπειτα από την γένεση ακολουθεί η στάση. Έλεγε, ότι τα πνεύματα πού βρίσκονταν στο Θεό, αισθάνθηκαν κόρο, οπότε κινήθηκαν. Καρπός της κίνησης ήταν η δημιουργία και η γένεση του κόσμου. Γι’ αυτό, το κακό είναι αιτία της δημιουργίας του κόσμου. Οπότε, η σωτηρία του ανθρώπου είναι η επαναφορά της ψυχής στο Θεό, όπου θα υπάρξει η στάση. Έτσι το σχήμα είναι κίνηση, γένεση, στάση. Δηλαδή, πρώτα κινήθηκαν τα πνεύματα, έπειτα δημιουργήθηκε ο κόσμος και τέλος θα ακολουθήσει η στάση, όταν οι ψυχές, ελευθερωμένες από τα σώματα, θα αναπαυθούν στο Θεό (Βλ. ανάλυση Πρωτοπρ. Δημητρίου Στανιλοάε, εις αγίου Μαξίμου Ομολογητή: Φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα, τόμος Α’, έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1978, σελ. 21 κ.έ., καθώς επίσης Πρεσβ. Νικολάου Λουδοβίκου, Ή Ευχαριστιακή οντολογία, εκδόσεις Δόμος, σελ. 217 κ.έ.).
Ο άγιος Μάξιμος, αντιμετωπίζοντας αυτήν την σειρά πού εξέθεσε ο Ωριγένης, ο οποίος κινείτο μέσα σε πλατωνικές απόψεις, για την δημιουργία και την σωτηρία του ανθρώπου, ενώ διατηρεί τους όρους κίνηση, γένεση, στάση, αλλάζει τη σειρά και δίνει άλλο περιεχόμενο. Για τον άγιο Μάξιμο, δεν προηγείται η κίνηση, αλλά η γένεση. Ο κόσμος είναι θετικό δημιούργημα του Θεού. Ο Θεός κατ’ αρχάς δημιούργησε τον κόσμο, μέσα στον οποίο έβαλε την κίνηση. Χωρίς την κίνηση δεν θα μπορούσαν τα κτίσματα να ανεβούν στον Θεό. Έτσι, η κίνηση είναι καρπός της δημιουργικής ενεργείας του Θεού, πού ετέθη στον κόσμο, και όχι αιτία της γένεσης και πτώσης του ανθρώπου και του κόσμου. Κάθε κτιστό έχει από τον Θεό τη δυνατότητα της κίνησης, γιατί χωρίς αυτή δεν θα υπήρχε τελείωση. Γι’ αυτό, η κίνηση δεν είναι αιτία πτώσης, αλλά τρόπος ανύψωσης. Είναι φυσικό να μην υπάρχει πέρας της κίνησης, γιατί το άκτιστο, ο Θεός, δεν έχει πέρας, αφού είναι άπειρος.
Ο άγιος Μάξιμος αντιμετώπισε το εξής πρόβλημα: Αφού η κίνηση είναι φυσικό γνώρισμα του κτιστού, τότε πώς θα επικρατήσει η στάση, δηλαδή πώς θα σταματήσει κάποτε αυτή η κίνηση; Ακριβώς, σε απάντηση αυτού του ερωτήματος, ο άγιος Μάξιμος εισήγαγε τον όρο «αεικίνητη στάση». Ο άνθρωπος θα παραμένει σε κοινωνία με τον Θεό, αλλά αυτή η στάση θα είναι μια διαρκής κίνηση. Ο λόγος είναι, ότι δεν μπορεί ποτέ το κτιστό να ομοιωθεί κατά πάντα με το άκτιστο, δεν μπορεί το πεπερασμένο να ταυτιστεί πλήρως με το άπειρο.
Έτσι, ο άγιος Μάξιμος, αντικρούοντας την Ωριγενική αντίληψη, κίνηση – γένεση – στάση, κάνει λόγο για γένεση – κίνηση – στάση, καθώς επίσης, ότι η στάση θα είναι αεικίνητη. Φυσικά, πέραν από αυτή την αλλαγή των λέξεων, άλλαξε και το περιεχόμενο. Γιατί ο άγιος Μάξιμος με τον όρο αεικίνητη στάση δεν εννοεί την αποδέσμευση της ψυχής από το σώμα και την παραμονή της στον Θεό, αλλά την αιώνια ύπαρξη όλου του ανθρώπου, πού αποτελείται από ψυχή και σώμα και την διαρκή τελείωση του. Η κτίση δεν μπορεί να κινηθεί προς την ανυπαρξία, προς το μη Ον, γιατί αυτό εμποδίζεται από την κυβερνητική ενέργεια του Θεού. Η φυσική, λοιπόν, κίνηση είναι προς το ζην εν Χριστώ προς την εκπλήρωση του λόγου της δημιουργίας της. Μέσα στα πλαίσια αυτά θεολογούν και όλοι οι άγιοι Πατέρες. Στην συνέχεια θα αναφέρουμε μερικά παραδείγματα από δύο Πατέρες, πού αντιμετώπισαν το θέμα, ότι στην άλλη ζωή θα υπάρξει μια διαρκής εξέλιξη για τους ανθρώπους, πού θα μετέχουν της ακτίστου δόξης του Θεού:
Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης γράφει, ότι στον μέλλοντα αιώνα οι άγιοι και οι άγγελοι ούτε θα μειωθούν στην έφεση των αγαθών, αλλά ούτε και θα παύσουν να προκόπτουν στην προσθήκη των χαρισμάτων. Ο μέλλοντας αιώνας δεν θα έχει ύφεση ή μείωση από την αρετή, και, φυσικά, δεν θα έχει στάση. Θα παρατεθεί το κείμενο για την κατοχύρωση αυτής της θέσης: «Εν τω μέλλοντι αιώνι οι Άγγελοι και οι άγιοι, φασί, προκόπτοντες εν τη των χαρισμάτων προσθήκη ουδέποτε λήξουσιν, ή ενδώσουσι των αγαθών εφετώς έχοντες ύφεσιν γαρ ή μείωσιν από της αρετής επί κακίαν εκείνος ουκ έχει ο αιών» (Γρηγορίου Σιναϊτη, Φιλοκαλία, εκδ. Παπαδημητρίου, τόμος δ΄, σελ. 38, νδ΄).
Μια τέτοια θέση αναπτύσσει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αντικρούοντας τον φιλόσοφο Βαρλαάμ. Ο Βαρλαάμ υποστήριζε, ότι το να βρίσκεται ο άνθρωπος κατά την προσευχή υπέρ αίσθησιν, όπως αυτός το εννοούσε, είναι τελεώτατο δώρο του Θεού. Και γι’ αυτό η προσευχή πού γίνεται με άλγος, πόνο κ.λπ. δεν ανήκει στα τελεώτατα δώρα του Θεού. Ο  άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς χρησιμοποιεί πολλά επιχειρήματα, για να ανατρέψει αυτή την θέση. Μεταξύ των άλλων λέγει, ότι δεν υπάρχουν τελεώτατα δώρα του Θεού, δηλαδή απαρτισμένα και μη επιδεχόμενα αύξηση, γιατί είναι γνωστό και φανερό ότι οι άγιοι κατά τον μέλλοντα αιώνα θα προκόπτουν επ’ άπειρον κατά την θεοπτία. Η έφεση των επιτυγχανόντων δεν σταματά ποτέ, η Χάρη πού λαμβάνουν οι άγιοι είναι δυναμοποιός, αφού τους οδηγεί προς την μετάληψη των μεγαλυτέρων, ο δε Θεός, πού δίνει την Χάρη Του άφθονα, είναι άπειρος. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ποιος τρόπος υπολείπεται «μη ουχί προκόπτειν τους υιούς του μέλλοντος αιώνος κατ’ αυτήν επ’ άπειρον, χάριν εκ χάριτος κομιζομένους και την ακάματον επιτρεπτώς ανιόντας άνοδον;». Όλα τα δώρα πού δίνει ο Θεός δεν είναι τελεώτατα, αφού το τελειότατο δεν δέχεται καμιά προσθήκη (Γρηγορίου Παλαμά έργα, 2 ΕΠΕ, σελ. 368-370).
Έτσι, λοιπόν, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, θα υπάρχει διαρκής εξέλιξη στον μέλλοντα αιώνα. Η στάση ταυτίζεται με την κακία. Η διαρκής εξέλιξη γίνεται και από αυτήν την ζωή, θα συνεχισθεί και στην άλλη, για τους δικαίους. Μετέχοντας της θείας δόξης, θα αποκτούν μεγαλύτερη έφεση και υψηλότερο πόθο. Άλλωστε, ο εράσμιος Θεός είναι άπειρος και είναι αδύνατον να περικλυστεί από την κτιστή ανθρώπινη φύση, όση δύναμη και αν διαθέτει. Και επειδή ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς βασίζεται και σε χωρίο του άγιου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, πρέπει να πούμε ότι ο θείος Διονύσιος στο σύγγραμμα του περί της ουρανίου Ιεραρχίας, οπού κάνει λόγο για τις τρεις τάξεις των αγγέλων, εκ των οποίων η πρώτη είναι η ανώτερη, πού βρίσκεται πλησιέστερη στον Θεό, η κατώτερη, πού βρίσκεται πλησίον των ανθρώπων, και η μεσαία τάξη πού δέχεται τις ελλάμψεις από την υψηλότερη, κάνει λόγο για την κάθαρση, τον φωτισμό και την τελείωση των αγγέλων, που έχει σχέση με την χωρητικότερη έλλαμψη.
Έτσι, υπάρχει εξέλιξη στην θεοπτία και στις αγγελικές τάξεις, κατά τα διάφορα τάγματα τους. Η πρώτη τάξη «καθαίρεται και φωτίζεται και τελεσιουργείται πάσης μεν υφέσεως αμιγής, πρώτου δε φωτός πλήρης και πρωτοδότου γνώσεως και επιστήμης μέτοχος αποτελουμένη», «της προτελείου τελεσιουργίας αναλόγως αύτη πληρουμένη». Και οι άγγελοι καθαρίζονται από την άγνοια με την γνώση των τελειοτέρων μυήσεων, πού δίνονται κατά τάξη. Η τελειότερη μύηση προσφέρει περισσότερη γνώση, και αυτή η γνώση λέγεται κάθαρση από την προηγούμενη άγνοια. Το ίδιο γίνεται και με τις άλλες τάξεις των αγγέλων («Γρηγόριος Παλαμάς», τόμος 3ος, σελ. 274 κ.έ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Φιλοκαλία των Νηπτικών και ασκητικών).
Πρέπει να προστεθεί, ότι ο μέλλοντας αιώνας, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, λέγεται άληκτος, δηλαδή δεν τελειώνει ποτέ, όχι μόνον από την άποψη του χρόνου, αλλά και από την άποψη της προσθήκης των χαρισμάτων. Αναφερόμενος ο άγιος Γρηγόριος στην μεγάλη αξία της Παναγίας, αφού δι’ αυτής επεδήμησε στον κόσμο ο Χριστός, υπογραμμίζει και την άξια της Θεοτόκου κατά τον μέλλοντα αιώνα. Γιατί, κάθε πρόοδος στην φωτοφάνεια και στην αποκάλυψη των μυστηρίων και στην προσθήκη των χαρισμάτων, θα είναι Αχώρητη χωρίς την Θεοτόκο: «Εις τον εξής άληκτον αιώνα πάσα φωτοφανείας θείας πρόοδος και πάσα μυστηρίων θείων αποκάλυψις και πάσα πνευματικών ιδέα χαρισμάτων άπασιν αχώρητος χωρίς αυτής» ((Γρηγορίου Παλαμά έργα. 10 ΕΠΕ, σελ. 460)
Επομένως, είναι απόσταγμα της πατερικής σοφίας, ότι στην μέλλουσα ζωή για τους δικαίους δεν θα υπάρχει στασιμότητα, αλλά διαρκής εξέλιξη, και αυτό θα γίνεται επ’ άπειρον, αφού θα αυξάνεται ο πόθος του ανθρώπου από την μεγαλυτέρα γνώση του Θεού, και αφού δεν μπορεί να παύσει να είναι κτιστός και να γίνει κατά φύσιν άκτιστος. Μπορεί να βιώσει το κατά Χάριν άκτιστο, όχι όμως το κατά φύσιν, πού ανήκει αποκλειστικά στο Θεό, πού είναι αυτοϋπαρξη και αυτοζωή.
Φυσικά, αυτό θα συμβεί γι’ αυτούς οι οποίοι πριν πεθάνουν είχαν εισέλθει στο στάδιο της καθάρσεως και της μετανοίας. Αν, δηλαδή, ο άνθρωπος μετανόησε, εξομολογήθηκε, αλλά δεν πρόφθασε να θεραπευθεί, να φωτισθεί ο νους του, αυτός, με την Χάρη του Θεού θα αυξάνεται στην θεία γνώση. Δεν το εννοούμε αυτό μέσα στα πλαίσια της λατινικής θεολογίας, συμφωνά με την οποία όταν ο άνθρωπος μετανοήσει, αλλά δεν προφθάσει να κάνει τον κανόνα του, θα πέρασει μέσα από το λεγόμενο καθαρτήριο πυρ. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν κάνουμε λόγο για ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, αλλά για είσοδο στο στάδιο της καθάρσεως και μετανοίας, έστω και αν δεν έχει τελειώσει η θεραπεία. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η θεία Χάρη θα βοηθήσει στην θεραπεία και μετά θάνατο, με την άποψη ότι οι μετανοήσαντες θα γίνουν χωρητικότεροι με την θεια Χάρη στην έλλαμψη και την μέθεξη της δόξης του Θεού.
Αντίθετα, για όσους δεν μετανόησαν ούτε έδειξαν έμπρακτα την μετάνοια τους δεν θα υπάρχει εξέλιξη στο αγαθό και την αρετή. Δεν έχουν εντοπιστεί χωρία Πατέρων, πού δείχνουν ότι οι αμετανόητοι θα κινούνται προς βίωση μεγαλύτερης κακίας. Ξέρουμε, βέβαια, ότι όπως στον Παράδεισο, ανάλογα με την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου, θα υπάρχουν διαβαθμίσεις, το ίδιο θα γίνεται και στην Κόλαση.
Ο  Χριστός, αναφερόμενος στην πόλη εκείνη που θα εκδιώξει τους Αποστόλους, λέγει: «αμήν λέγω υμίν ανεκτότερον έσται γη Σοδόμων και Γομόρρας εν ημέρα κρίσεως ή τη πόλει εκείνη» (Ματθ. 10. 15). Η λέξη ανεκτότερο δείχνει, ότι θα υπάρχουν διαβαθμίσεις και στην Κόλαση.
Σαν συμπέρασμα πρέπει να πούμε, ότι υπάρχει αιώνια ζωή, πού βιώνεται ή ως αιώνιος Παράδεισος, ή ως αιώνια Κόλαση. Αυτό το αιώνιο πρέπει να μας προβληματίσει. Τα μεταμορφωμένα σώματα όλων των ανθρώπων θα ζουν την αιώνια ζωή. Όλων τα σώματα θα αναστηθούν, και των αμαρτωλών και των δικαίων. Η ανάσταση των σωμάτων είναι ένα δώρο, πού δόθηκε σε όλους τους ανθρώπους με την ανάσταση του Χριστού. Μόνον πού οι δίκαιοι θα βιώσουν περισσότερο την ανάληψη, αφού θα αρπαγούν εν νεφέλαις «εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα» (Θεσ. Α΄ 4. 17). Με τη Δευτέρα έλευση του Χριστού θα γίνει και η ανακαίνιση της κτίσης από την φθορά. Η δε μέθεξη της Δόξας του Θεού για τους δικαίους θα είναι αυξανόμενη και διαρκής. Δεν θα υπάρχει στάσιμη κατάσταση, αλλά αεικίνητη στάση και στάσιμη κίνηση.
Ο άνθρωπος πρέπει να βλέπει την φθαρτότητα και την προσωρινότητα της ζωής αυτής και να αποβλέπει στην αιωνιότητα. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ερμηνεύοντας τα αγιογραφικά χωρία «παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου» (Κορ. Α΄ 7. 31) και «ο καιρός συνεσταλμένος το λοιπόν εστί» (Κορ. Α΄ 7. 29), λέγει: «Βραχύς ο βίος, εγγύς ο θάνατος, φθαρτός ο κόσμος ούτος, ο αεί μένων έτερος». Η καταφρόνηση του παρόντος κόσμου, η ετοιμασία για τον μέλλοντα κόσμο, η ζωή σύμφωνα με την πολιτεία του μέλλοντος αιώνος, όσο είναι δυνατόν, και η αποφυγή των βλαβερών του παρόντος κόσμου «παραπέμπει ημάς προς εκείνον εν ασφαλεία» (Γρηγορίου Παλαμά έργα, 9 ΕΠΕ, σελ. 568)
Η σκέψη μας πρέπει να είναι στραμμένη στην αιώνια ζωή, γιατί «ημών το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλ. 3. 20). Οι επίγειοι άνθρωποι μπορεί να κυβερνώνται από καπιταλιστικά, σοσιαλιστικά ή μαρξιστικά συστήματα, αλλά των Χριστιανών το πολίτευμα είναι ουράνιο. Σκοπός του ανθρώπου είναι η έφεση της αιωνίου ζωής και η μέθεξη της Βασιλείας του Θεού της οποίας «ουκ έσται τέλος» (Σύμβολο της Πίστης). Ούτε θα υπάρχει τέλος της τελειώσεως, αλλά η τελειότητα θα είναι ατέλεστη.
Για την αντιγραφή
ΙΚ
 
Γράψτε ένα σχόλιο Αναρτήθηκε από τον/την

Οικουμενισμός(Ι.Καρδάση)

 Oikoumenismos_AiretikoiMeOrthodoxoi

Οικουμενισμός είναι ένα Κίνημα, που ξεκίνησε στα μέσα του ΙΘ΄ αιώνα στη Δύση και το οποίο προσπαθεί να φέρει σε προσέγγιση, διάλογο, αλληλοκατανόηση και συνεργασία τους διαιρεμένους Χριστιανούς. Στο κίνημα αυτό μετέχουν (δυστυχώς) και οι Ορθόδοξοι.

Σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια «ΠΑΠΥΡΟΣ»: «Οικουμενισμός είναι ονομασία νεώτερων τάσεων των Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, για την υπέρβαση της εκκλησιαστικής διάσπασης του χριστιανικού κόσμου με μια επίσημη και θεσμική έκφραση της προσέγγισης, της συνεργασίας και της κοινής πορείας προς την ενότητα».

Οι βασικές συνιστώσες της Οικουμενιστικής κίνησης, είναι σε γενικές γραμμές:

α/ Η Θεωρία των κλάδων,

β/ Η Βαπτισματική Θεολογία,

γ/ Η Περιεκτικότητα,

δ/ Ο Διαχριστιανικός δογματικός συγκρητισμός,

ε/ Ο Διαθρησκειακός συγκρητισμός.

Η θεωρία των κλάδων είναι και αυτή μια προτεσταντική περί Εκκλησίας θεωρία. Έχει την προέλευσή της από την αγγλικανική θεολογία. Σήμερα αποτελεί τη σπονδυλική στήλη της εκκλησιολογίας του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), έχοντας σκοπό να δικαιολογήσει την εκκλησιολογική υπόσταση του Προτεσταντισμού.

Κατά τη θεωρία αυτή, στον κορμό της Εκκλησίας υπάρχουν πολλά κλαδιά. Κάθε κλαδί αντιπροσωπεύει ένα τμήμα της Εκκλησίας νόμιμο, ισότιμο και ισόκυρο με τα άλλα, χωρίς όμως να ενσαρκώνει μονάχο του ολόκληρη την Εκκλησία, την οποία για να βρούμε πρέπει να τη δούμε στο σύνολό της, αθροίζοντας τα επί μέρους κομμάτια της. Η Εκκλησία του Χριστού είναι το ολικό άθροισμα των επί μέρους τμημάτων της, έστω κι αν αυτά διαφέρουν μεταξύ τους.

Το ίδιο συμβαίνει και με την αλήθεια την οποία φανέρωσε ο Χριστός στον κόσμο. Καμιά επί μέρους Εκκλησία, κανένα από τα ιστορικά τμήματά της, δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι κατέχει ολόκληρη τη θεία αλήθεια, όπως τη δίδαξε ο Χριστός, γιατί στην ιστορία καμιά ιδέα, κανένα θεώρημα δεν μπορεί να παραμένει αμετάβλητο και αναλλοίωτο στη ροή του χρόνου και στη συνεχή εξέλιξη των πραγμάτων του κόσμου τούτου. Επομένως καμία από τις λεγόμενες καθολικές Εκκλησίες (Ορθόδοξη και Ρωμαϊκή), λιγότερο φυσικά οι Προτεσταντικές, δεν μπορεί να ισχυρισθεί για τον εαυτό της, ότι είναι η Εκκλησία του Χριστού ή ότι κατέχει καθαρό και ακέραιο το θησαυρό της αποκαλυφθείσας θείας αλήθειας. Τι άλλο βέβαια θα έλεγε μια χριστιανική εκκλησιαστική κοινότητα, η οποία έχει χάσει την έννοια της καθολικότητας, του κύρους και της αυθεντίας της αληθινής Εκκλησίας του Χριστού;

Η περί Κλάδων θεωρία είναι πολύ της μόδας σήμερα και συζητιέται πλατιά στα σαλόνια του θεολογικού διαλόγου των Εκκλησιών. Για μας τους Ορθοδόξους όμως κρύβει παγίδες πολλές και είναι αφάνταστα επικίνδυνη. Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί από το θανάσιμο εναγκαλισμό της, ο οποίος μπορεί να μας οδηγήσει σε άμβλυνση της ορθόδοξης εκκλησιαστικής μας συνειδήσεως, της οποίας είναι απρόβλεπτες οι ολέθριες συνέπειες.

Η Βαπτισματική Θεολογία ρίχνει το όλο βάρος της στην ένωση όλων των Χριστιανών, στο ότι όλοι αυτοί (Ορθόδοξοι, ΡΚαθολικοί, Προτεστάντες) έχουν σαν κύρια πύλη εισόδου στην Εκκλησία το μυστήριο του βαπτίσματος, το οποίον είναι κοινό σε όλους, άσχετα με τις όποιες παραλλαγές. Η Βαπτισματική Θεολογία είναι ένα από τα σημεία, που υπερτονίζεται, διότι είναι ένα «από τα κοινά που μας ενώνουν». Βέβαια παραγνωρίζεται το θεμελιώδες γεγονός, ότι άλλο Θεό πιστεύουν οι Ορθόδοξοι, άλλο οι Παπικοί και άλλο οι Προτεστάντες.

Ως προς την Περιεκτικότητα, είναι ένας όρος, όπου δηλώνει την αναλογία στην οποίαν κάτι βρίσκεται ανάμικτο με κάτι άλλο και συνεισφέρει κατά το ποσοστό που του αναλογεί. Δηλ. σε μια ενωμένη Εκκλησία, κάθε κλάδος της συνεισφέρει ένα μέρος της αλήθειας και όλοι μαζί αποδίδουν τη Μία αλήθεια. Επομένως, η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως μέρος ενός συνόλου, συνεισφέρει το ποσοστό της αλήθειας, που της αναλογεί και όχι όλη την Αλήθεια. Καμιά επί μέρους Εκκλησία δεν κατέχει όλη την Αλήθεια, αλλά μόνο μέρος αυτής.

            Όσον αφορά τον Συγκρητισμό, διαχριστιανικό και διαθρησκειακό. Η λέξη συγκρητισμός είναι αρχαία και εφαρμοζόταν κυρίως στην Κρήτη, όπου υπήρχε συνένωση αντιμαχόμενων μερίδων έναντι ενός τρίτου κοινού εχθρού. Παράδειγμα, η συνένωση Ορθοδόξων, Παπικών και Προτεσταντών, αφήνοντας κατά μέρος τις επί μέρους διαφορές τους, προ ενός κοινού εχθρού, π.χ. του Ισλαμισμού.

Ο Συγκρητισμός και μάλιστα ο διαθρησκειακός δεν είναι τωρινό θρησκειολογικό φαινόμενο. Είναι φαινόμενο ήδη από τους ελληνιστικούς και μεταχριστιανικούς χρόνους, που εκδηλώθηκε ως ανάμειξη, αφομοίωση και συγχώνευση των θρησκευτικών αντιλήψεων και των λατρευτικών τύπων των ανατολικών θρησκειών και μυστηρίων με τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων και των Ρωμαίων, έτσι ώστε οι διάφοροι λαοί να λατρεύουν, μολονότι με διαφορετικό όνομα, την ίδια θεότητα. Μέσα σ’ αυτό το δημιουργηθέν κλίμα εμφανίστηκε ο Χριστιανισμός, ο οποίος καίτοι χρησιμοποίησε κάποια στοιχεία από άλλα θρησκεύματα, ποτέ δεν συναίνεσε στην ιδέα αυτή.

Το Οικουμενιστικό κίνημα αυτό θεσμοποιήθηκε το 1948 με το λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.)». Ιδρυτικά μέλη ήταν εκτός των Προτεσταντικών ομολογιών, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες Κωνσταντινουπόλεως, Ελλάδος και Κύπρου (οι υπόλοιπες προσχώρησαν αργότερα). Έτσι, το Π.Σ.Ε. θεωρείται μια «Ομοσπονδία Εκκλησιών», βάσει δε του Καταστατικού του ορίζεται ως «Κοινωνία Εκκλησιών», κοσμικού δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 66 του Ελβετικού Αστικού Κώδικα.

          Η Ορθόδοξη Εκκλησία, με τη συμμετοχή της στο Π.Σ.Ε. και για πρώτη φορά στην Ιστορία της εμφανίζεται να «ανήκει κάπου», σε μια «Ομοσπονδία» Χριστιανικών Κοινοτήτων, όπου η Αλήθεια και οι ποικίλες διαστρεβλώσεις (δηλ. αιρέσεις) τίθενται στο αυτό επίπεδο, παράλληλα προς Αυτήν και σε κλίμα αλληλοαναγνώρισης, δηλ. εντός ενός προφανώς συγκρητιστικού πλαισίου.

Με τη συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Κίνημα αυτό, υπερβαίνονται τα όρια, που οι Πατέρες, δια των Ι. Κανόνων, είχαν θέσει προς απαγόρευση του συγχρωτισμού Ορθοδόξων και Αιρετικών και έτσι το «συμπροσεύχεσθαι», «συνεορτάζειν», «συνεσθίειν» κ.ά. όχι μόνο νομιμοποιήθηκαν», αλλά  ξεπεράσθηκαν κατά πολύ.

Και όσον αφορά την απαγόρευση του «συμπροσεύχεσθαι» είναι γνωστοί οι Ι. Κανόνες: ι΄, με΄, ξε΄ Αποστολικοί, στ΄, θ΄, λβ΄, λδ΄, λζ΄ Αντιόχειας, λγ΄ Λαοδίκειας, θ΄ Τιμοθέου Αλεξανδρείας. Για την απαγόρευση του «συνεορτάζειν» ασχολούνται οι Ι. Κανόνες: ο΄, οα΄ Αποστολικοί, λζ΄, λη΄, λθ΄ Λαοδίκειας. Σπουδαιότατη όμως είναι η σχετική διακήρυξη του Εφέσου, αγίου Μάρκου: «Άπαντες οι της Εκκλησίας Διδάσκαλοι, πάσαι αι Σύνοδοι και πάσαι αι Θείαι Γραφαί φεύγειν τους ετερόφρονας και της αυτής κοινωνίας διίστασθαι» (PGτ. 160, στλ. 101 CD/ Επιστολή προς άπαντας τους Ορθοδόξους). Και ενώ, ο άγιος Μάρκος απαγορεύει και το απλώς «συγχρωτίζεσθαι», δυστυχώς οι Οικουμενιστές μεταβαίνουν σε ένα ευρύτερο πεδίο του «συνανήκειν»,  «συμπράττειν», «συμμαρτυρείν» και «συνδιακονείν» τον κόσμο, επιτρέποντας στο Π.Σ.Ε. να σκέπτεται και να δραστηροποιείται, σαν να διαθέτει το κύρος μιάς υπερ-Εκκλησίας.

Αυτός λοιπόν, ο από κοινού συγχρωτισμός καταργεί στην πράξη την εκκλησιολογική αποκλειστικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εφ’ όσον το μοναδικό της έργο, δηλ. την διακονία του κόσμου δια της Αληθείας και «εν τη Αληθεία της Πίστεως», το εκχωρεί και σε άλλα «χριστιανικά σώματα», τα οποία όμως έχουν εκπέσει από την Αλήθεια και την Ενότητα της Εκκλησίας, ως εκ τούτου δε έχοντα ανάγκην μετανοίας και εκκλησιοποίησης.

Ο αείμνηστος Σέρβος δογματολόγος και άγιος, π. Ιουστίνος Πόποβιτς θεωρούσε τη συμμετοχή στο Π.Σ.Ε., ως «δουλικό εξευτελισμό, «οικτρώς και φρικωδώς αντιαγιοπαραδοσιακή στάση», «εντροπή», «αποκαλυπτικώς φρικαλέα κατά την ανορθοδοξία και αντορθοδοξία της» και «ανήκουστη προδοσία».

          Οι αποφάσεις στο Π.Σ.Ε. διαμορφώνονται και εξαρτώνται αποκλειστικά από την ποσοτική υπεροχή των προτεσταντικών ψήφων (οι Ορθόδοξοι είναι μειοψηφία και οι παπικοί είναι παρατηρητές και όχι μέλη, καθότι θεωρούν την ΡΚαθολική «εκκλησία», ως τη μόνη Αγία, Καθολική……. η οποία κατέχει, από μόνη της, την όλη Αλήθεια). Αρκεί να λεχθεί, ότι εκ των Προτεσταντών, απλώς οι Καλβινιστές έχουν μεγαλύτερη πλειοψηφία σε σχέση με τους Ορθόδοξους. Αλλά και οι Μεθοδιστές από μόνοι τους έχουν μεγαλύτερη πλειοψηφία έναντι των 4 παλαιφάτων Πατριαρχείων της Ανατολής. Ο «Στρατός Σωτηρίας» που συμμετέχει στην Κεντρική Επιτροπή του Π.Σ.Ε. έχει καταργήσει το Ποτήριο της Θ. Ευχαριστίας, για τον απλούστατο λόγο, ότι είναι….. αντιαλκοολικοί! Αλλά και πολλές από τις 330 «εκκλησίες» μέλη του Π.Σ.Ε. δέχονται αναντίρρητα την ομοφυλοφιλία και έχουν ειδικές τελετές για όσα ζεύγη ομοφυλοφίλων θέλουν να επισφραγίσουν τις σχέσεις τους με γάμο. Αρκεί αυτό και μόνο για να φανταστεί κανείς, πώς οι Ορθόδοξοι εξακολουθούν και συμμετέχουν σ’ ένα τέτοιο συρφετό!

          Ας αφήσουμε όμως το ίδιο το Π.Σ.Ε. να μας κάνει σαφείς τους σκοπούς του:

α/ Να διευκολύνει την κοινή μαρτυρία των Εκκλησιών σε κάθε τόπο και σε όλους τους

τόπους.

β/ Να υποστηρίζει τις Εκκλησίες στο παγκόσμιο ιεραποστολικό και ευαγγελιστικό τους

έργο.

            γ/ Να εκφράζει το κοινό ενδιαφέρον των Εκκλησιών στην υπηρεσία των ανθρωπίνων αναγκών, της κατακρήμνισης των μεταξύ των ανθρώπων εμποδίων και της προαγωγής μιας ανθρώπινης οικογένειας με δικαιοσύνη και ειρήνη.

            δ/ Να προάγει την ανανέωση των Εκκλησιών με την ενότητα, τη λατρεία, την αποστολή και την υπηρεσία.

            Είναι πολύ χαρακτηριστικό, ότι στο Π.Σ.Ε. δεσπόζει κυριολεκτικά η «κοινή οικουμενική λατρεία», δηλ. ο λατρευτικός συγκρητισμός, όπου καλλιεργείται ο οικουμενικός συμπνευματισμός και δημιουργείται το κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα, που προκαλεί βαθμιαία άμβλυνση του αισθήματος του αποχωρισμού και της διάστασης των Εκκλησιών και έτσι εμφανίζεται να υπάρχει ένα είδος οικουμενικής Εκκλησίας, που συνέρχεται και λατρεύει από κοινού τον Κύριο και Δεσπότη των απάντων, έτσι γενικά και αόριστα.

            Αυτός ο διαχριστιανικός συγκρητισμός του Π.Σ.Ε. τείνει να διευρυνθεί σε διαθρησκειακό συγκρητισμό από το 1971 και μετά και έτσι τείνει να μετατραπεί το Συμβούλιο σε Λέσχη θρησκευομένων ανθρώπων και ομάδων, μη απαραίτητα Χριστιανών. Μέσα δε στις προτάσεις, που δυστυχώς επεξεργάστηκαν Ορθόδοξοι, προς επίτευξη κοινού οικουμενιστικού πνεύματος είναι:

              1/ Δημιουργία κοινού ημερολογίου.

              2/ Εντατικότερη επικοινωνία με κάθε τρόπο.

              3/ Οικειώτερη προσέγγιση των αντιπροσώπων των Εκκλησιών.

              4/ Επικοινωνία και «συναδέλφωση» των Θεολογικών Σχολών.

              5/ Προώθηση των οικουμενικών σπουδών.

              6/ Οικουμενικό πνεύμα στην Παιδεία.

              7/ Θεολογικοί διάλογοι και συνέδρια.

              8/ Οικουμενική διαπαιδαγώγηση του πληρώματος όλων των ομολογιών.

              9/ «Συναδέλφωση» Επισκοπών και Μητροπόλεων διαφόρων «ομολογιών».

            10/ Κοινός εορτασμός θρονικών εορτών και πολιούχων αγίων.

            11/ Λύση δογματικών προβλημάτων

            12/ Αμοιβαίος σεβασμός ηθών και εθίμων.

            13/ Αποφυγή δημιουργίας νέων προβλημάτων.

            14/ Παραχώρηση ευκτήριων οίκων.

            15/ Μικτοί γάμοι.

            16/ Συνεργασία σε ευρύτατο επίπεδο σε επίκαιρα προβλήματα.

            Παρά τις διάφορες χλιαρές διαμαρτυρίες των Ορθοδόξων, εγκρίθηκαν ηθικοί κανόνες που αντιστρατεύονται και αυτή την Αγία Γραφή, όπως η ομοφυλοφιλία, ο λεσβιασμός, οι εκτρώσεις και άλλες παρεκτροπές, που απομακρύνουν σταθερά το Οικουμενιστικό Κίνημα από την Ευαγγελική Αλήθεια και Ηθική. Τελικά δημιουργείται μια κρίση αυτοσυνειδησίας, υπευθυνότητας, συνέπειας λόγου και έργου, αυτοσεβασμού, αληθινής ενότητας, αλλά πρωτίστως Θεολογίας.

            Κατακλείουμε το μικρό και περιληπτικό αυτό πόνημα των θέσεων περί Οικουμενισμού, με τις αναφορές από τον καθηγητή Θεολογικής Α. Θεοδώρου, που συνοψίζει πολύ χαρακτηριστικά και γλαφυρά την Κίνηση αυτή του Οικουμενισμού: «Ο Οικουμενισμός δεν είναι αίρεση και παναίρεση, όπως χαρακτηρίζεται συνήθως. Είναι κάτι πολύ χειρότερο από την παναίρεση. Ο Οικουμενισμός είναι μια υπέρβαση, αμνήστευση, παραθεώρηση, για να μην πούμε νομιμοποίηση και δικαίωση των αιρέσεων. Είναι η ετεροδοξία παραλλαγμένη και μεταμορφωμένη, που επιζητεί να συνυπάρχει με την καθολικότητα. Ο Οικουμενισμός, στον ιερό χώρο της Ορθοδοξίας, είναι θανατηφόρα νόσος!».

1.05.14

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ.

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Διδαχές ἀπό τήν Φιλοκαλία Ποιός εἶναι ὁ ἀληθινά λογικός ἄνθρωπος;



Διδαχές ἀπό τήν Φιλοκαλία
Ποιός εἶναι ὁ ἀληθινά λογικός ἄνθρωπος;
( Μικρή Φιλοκαλία, Κεφάλαιον:
Συμβουλές γιά τή συμπεριφορά τῶν ἀνθρώπων
καί τή ζωή τῆς καλωσύνης )
Ὁ ἀληθινά λογικός ἄνθρωπος γιά ἕνα πρᾶγμα φροντίζει·
νά ὑπακούῃ καί νά ἀρέσῃ στόν Θεό τῶν ὄλων,
καί γιά ἕνα πρᾶγμα θέλει νά παιδεύῃ τήν ψυχή του·
νά φανῇ ἀρεστός στόν Θεό, εὐχαριστώντας Τον
γιά τήν τόσο μεγάλη καί πολλή του φροντίδα
καί τήν διευθέτηση ὅλων τῶν ζητημάτων του,
 ὅποια κι ἄν εἶναι αὐτά στή ζωή του.
Εἶναι ἄτοπο βέβαια νά εὐχαριστοῦμε τούς γιατρούς πού μᾶς δίνουν
πικρά καί δυσάρεστα φάρμακα γιά τήν ὑγεία τοῦ σώματός μας
καί νά εἴμαστε ἀχάριστοι στόν Θεό
γιά ὅσα μᾶς φαίνονται δύσκολα
καί ἐνοχλητικά καί νά μήν καταλαβαίνουμε, ὅτι
ὅλα γίνονται ὅπως πρέπει καί γιά τό συμφέρον μας
σύμφωνα μέ τήν πρόνοιά Του.
Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ καί ἡ πίστη σ’ Αὐτόν
εἶναι σωτηρία καί τελειότητα τῆς ψυχῆς.
Μέγας Ἀντώνιος