Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ (ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ), ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ [35: ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΑΝΔΡΑ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑΣ]

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΝΗΣ, (ΜΕΡΟΣ Α΄) ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ ΙΕΡΩΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΘΕΝΤΩΝ





ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ ΙΕΡΩΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΘΕΝΤΩΝ

Του Παναγιώτη Π. Νούνη





Θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε στο παρόν εκτενές πληροφοριακό κείμενο και δημοσιογραφικό μας πόνημα, μερικά γνωστά ή και άγνωστα –σε πολλούς- πολύτιμα εκκλησιαστικά στοιχεία, περί των ανά την οικουμένη ιερώς αποτειχισθέντων, και δή πώς ακριβώς λειτουργεί η ιερά Διακοπή του Λειτουργικού Μνημοσύνου κυρίως στις Σλαβικές χώρες.

Η πηγή μου, όπου με πληροφορεί γνωρίζει λίαν καλώς, πρόσωπα και καταστάσεις, και μου αποκαλύπτει ότι το αντιΟικουμενιστικό Κίνημα της Ιεράς Αποτειχίσεως λαμβάνει απροσμέτρητα εκπληκτικές και θετικές διαστάσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, στην Εκκλησία της Ελλάδος, στην Εκκλησία της Ρουμανίας, στην Εκκλησία της Μολδαβίας, Εκκλησία της Γεωργίας, στο Άγιον Όρος, και ιδιαίτερα στις Σλαβικές Ο ρθόδοξες Τοπικ,ές Εκκλησίες.

Κριτήριον ορθοδοξίας βέβαια δεν είναι και ούτε πρέπει να γίνει, η διακοπή του Λειτουργικού Μνημοσύνου, διότι απλανές κριτήριον ορθοδοξίας είναι, η ακραιφνής και γνήσια Ομολογία Πίστεως κατά του παναιρετικού Οικουμενισμού/Συγκρητισμού.

Θα προσπαθήσουμε μέσα σε εφτά ημερολογιακές ημέρες, να αναρτήσουμε τουλάχιστο σε αποσπάσματα το 20σέλιδο εκτενές δημοσιογραφικό κείμενο μας, περί της ανά τη οικουμένη ιερά Αποτείχιση, σε επτά (7) κυρίως αποσπασματικά μέρη χωριζόμενα με τους ανάλογους υποτίτλους της κάθε θεματολογίας που φέρουν.

Μετά την τελευταία ανάρτηση του εβδόμου μέρους, θα αναρτηθεί και ολόκληρο το κείμενο μας με ειδική παραπομπή και σε αρχείο με μορφή pdf και  docs.




Η ΕΝ ΣΥΝΟΔΩ ΙΕΡΑ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΤΩΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΛΗΣΤΡΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Α΄ ΜΕΡΟΣ

Εξ αρχής να πούμε ότι ήδη  δύο Αυτοκέφαλα Πατριαρχία εκείνο της Βουλγαρίας και Γεωργίας δεν αναγνωρίζουν τη «Πανορθόδοξη Σύνοδο» της Κρήτης ως «Αγία» και «Μεγάλη» αλλά ούτε αποδέχονται τα Επίσημα Συνοδικά αποφασισθέντα του Κολυμπαρίου ως ορθόδοξα. Πρόκειται για μία συντεταγμένη και συνοδική ιερά Αποτείχιση τινών Αυτοκέφαλων Εκκλησιών κατά των αιρετικών αποφάσεων της μοιχοΣυνόδου της Κρήτης.


Το αντικειμενικό γεγονός ότι δύο Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Τοπικές Εκκλησίες αποφάσισαν να καταδικάσουν, συνοδικώς, έστω και εμμέσως ή αμέσως πλήν σαφώς, τη Ληστρική Σύνοδο του Κολυμπαρίου τούτο θα πρέπει να προβληματίζει τους όπου γής Ορθοδόξους Χριστιανούς. (Δείτε εδώ: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝ ΚΟΛΥΜΠΑΡΙῼ ΛΗΣΤΡΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΑΤΩΝ ΠΡΟΚΑΘΗΜΕΝΩΝ, http://apologitikaa.blogspot.com.cy/2016/12/blog-post_99.html ).


Συνεπώς, σ΄αυτές τις δύο τοπικές Εκκλησίες, όπου και επίσημα δεν αναγνωρίζουν την Σύνοδο της Κρήτης, δεν υπάρχει λόγος να μιλήσουμε για την Διακοπή τινός Λειτουργικού Μνημοσύνου, διότι δεν υπάρχει μέχρι στιγμή λόγος για να διενεργηθεί αυτό, εφ΄όσον απορίπτουν με συντεταγμένη, ιερά αποτείχιση, την «Πανορθόδοξη Σύνοδο» και δη εν Συνόδω. (Δείτε εδώ: ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΡΩΜΑΛΕΑΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ ΟΠΩΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΕΙ ΤΗΝ ΛΗΣΤΡΙΚΗ «ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΩΝ ΚΟΛΥΜΒΑΡΙΣΤΩΝ», http://apologitikaa.blogspot.com.cy/2016/12/blog-post_69.html ).

Η εν λόγω συνοδική ενέργεια των κατά τόπους δύο αυτοκέφαλων Πατριαρχίων κατά την προσωπική άποψη μας, δηλώνει, ένα πρώτο και ανώτατο είδος, ιεράς Αποτειχίσεως, από τα ληστρικά και κακόδοξα αποφασισθέντα του Κολυμπαρίου χωρίς βέβαια να ενεργοποιείται, το κατά γράμμα, δηλ. ο δυνητικός ΙΕ΄ ιερός Κανών της Α΄Β΄ Αγίας Σύνοδου, περί της διακοπής του Λειτουργικού Μνημσύνου, του κακοδόξου Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου.

Διενεργείται όμως: μία κατά πνεύμα ιερά Αποτείχιση, κυρίως από την Ληστρική Σύνοδο των Αρχιοικουμενιστών Προκαθημένων και μία σαφέστατη απομάκρυνση από τα κακόδοξα σχισματικοαιρετικά αποφασισθέντα των Συγκρητιστών.

Οι εν Συνόδω αποφάσεις αμφότερων των δύο τοπικών Εκκλησίων είναι μία μεγίστη απόδειξη, ότι: δεν απολυτοποιείται, στην Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία, η διακοπή του Λειτουργικού μνημοσύνου των αιρετιζόντων επισκόπων, πατριαρχών, μητροπολιτών, και ότι μάλιστα μείζον κριτήριο του απλανώς και ορθοδόξως θεολογείν, δεν είναι η διακοπή ή παύση του μνημοσύνου, αλλά είναι η ιερά Αποτείχισις από τους αιρετικούς επισκόπους και τις αιρέσεις των.

Δηλαδή, απλανές και ορθόδοξο κριτήριον, είναι: η γνήσια και ακριβής Ομολογία της Ορθοδόξου Πίστεως.

Ωστόσο οι έγκυρες πληροφορίες μας λέγουν, ότι: οι Εκκλησίες της Βουλγαρίας και της Γεωργίας, δεν θα διστάσουν καθόλου σε ετεροχρονισμένο στάδιο να εφαρμώσουν και την Ιεροκανονική διακοπή του Λειτουργικού Μνημοσύνου του Οικουμενικού Πατριάρχου. Συνεπώς, οι οικουμενιστές, ας χαίρονται τον πρώτο χρόνο, μετά τη μοιχοΣύνοδο, διότι έπονται τα χειρότερα.

Το αφήνουν καθώς λέγεται, ως το τελευταίο και έσχατο εκκλησιαστικό μέτρο που δύναται να παρθεί κατά του αιρετίζωντος και Οικουμενιστού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου.

Τα δύο ορθόδοξα και αυτοκέφαλα Πατριαρχεία έπραξαν το ιεροπρεπές και ομολογιακό καθήκον τους, και απεκήρυξαν εν Συνόδω τη Ληστρική Σύνοδο της Κρήτης. Οι Βούλγαροι και οι Γεωργιανοί  μας διδάσκωσι και κατηχώσι στα Ευαγγελικά και πατροπαράδοτα νάματα της Φίλης Ορθοδοξίας.

Το ζήτημα όμως, και η μπάλα, δεν είναι στα πόδια των ομόδοξων πατριαρχίων  , αλλά στα πόδια των απανταχού Ελλήνων και Κυπρίων της Ομογένειας ή και Διασποράς, και δή στα πόδια των Ελληνοκυπρίων και  Ελλαδιτών, όπου συναμφότεροι, αδυνατώσι παντελώς, να διακρίνουν καθαρά, τους ιερούς θεσμούς (π.χ. Οικουμενικόν Πατριαρχείο) από το πρόσωπο (π.χ. πατρ. Βαρθολομαίον) που διακονεί και μέσω αυτού εκπροσωπείτε ο εκάστοτε πανάρχαιος και ιερός θεσμός της Ρωμηοσύνης μας.

Τα εκάστοτε πρόσωπα, όπερ διακονώσι λ.χ. το πανάρχαιο θεσμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν πρέπει να ταυτίζονται, με το θεσμό του. Οι θεσμοί δεν προσωποποιούνται.

Η ταυτοποίησις ή προσωποποίησις του θεσμού με το εκάστοτε τάδε ή δείνα εκκλησιαστικό πρόσωπο είναι προσωποληψία ολκής και ψιλή ειδωλολατρεία. Διότι, τα εκκλησιαστικά πρόσωπα, με ορισμένες άστοχες ενέργειες τους ενίοτε, και λανθάνωσι και διασύρωσι, έτσι σοβαρά τον όποιο εκκλησιαστικό θεσμό όπου εκπροσωπούν. Ενώ όσοι ταυτίζουν το πρόσωπο με το θεσμό, αδυνατούν μάλιστα να κρίνουν αντικειμενικά, καθότι συγκαλύπτωσι τις σοβαρότερες αστοχίες και καταχρήσεις των εξουσιών του, όπου αποβαίνει εν τέλει, η εκκλησιαστική διαφθορά εις βάρος της Πίστης μας.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΖΗΤΗΜΑ Ή ΑΛΥΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟ «ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΡΩΜΗΣ»;



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 27η Ιουλίου 2017

ΖΗΤΗΜΑ Ή ΑΛΥΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟ «ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΡΩΜΗΣ»;
           Είναι πασίγνωστο πως οι θιασώτες της λεγομένης οικουμενικής κινήσεως προωθούν πυρετωδώς και δυστυχώς απροϋπόθετα, την «ένωση των εκκλησιών», κυρίως της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας και της θρησκευτικής κοινότητας του Βατικανού, η οποία γι’ αυτούς και με τη «βούλα» της «Συνόδου» της Κρήτης είναι «εκκλησία» και με την οποία, απλά, η Ορθόδοξη Εκκλησία δε βρίσκεται σε κοινωνία. Άλλωστε οι «ετερόδοξοι» γι’ αυτούς είναι ορθόδοξοι, οι οποίοι απλώς έχουν άλλη άποψη. Το μεγάλο εμπόδιο όμως είναι ο τρόπος αυτής της «ένωσης», καθ’ ότι, και αυτοί το γνωρίζουν, δεν θα πρόκειται για πραγματική ένωση, αλλά για αφύσικη «συγκόλληση».
      Για την Ορθοδοξία μας βεβαίως δεν υφίσταται θέμα «ένωσης των εκκλησιών», αλλά για επιστροφή των αποσχισμένων και πεπλανημένων σε Αυτή. Κι’ αυτό επειδή η Εκκλησία από τη θεανθρώπινη φύση της είναι αδύνατο να διαιρεθεί, διότι, κατά τον απόστολο Παύλο, ο Χριστός δεν «μεμέρισται» (Α΄Κορ.1,13) και εφόσον η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού (Κολ. 1,24.Εφ.5,23), Αυτό  δε μπορεί να διαιρεθεί. Σε αντίθεση με την εκπεφρασμένη εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια αυτή σαφέστατη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, οι σύγχρονοι θιασώτες της λεγομένης οικουμενικής κινήσεως, παρ’ όλες τις περγαμηνές τους ως ορθόδοξοι θεολόγοι, δέχονται και κηρύττουν την διαίρεση της Εκκλησίας!
      Αφορμή για το παρόν σχόλιό μας πήραμε από πρόσφατο άρθρο στο διαδίκτυο του γνωστού καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Graz, κ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, με τίτλο: «ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ. Πριν από 50 χρόνια επρότεινε λύση ο Πάπας Ρώμης Παύλος ο ΣΤ΄».  Αφού διαβάσαμε με προσοχή το εν λόγω άρθρο, καταλήξαμε στο συμπέρασμα του προλόγου μας: διαγνώσαμε την αμηχανία και το αδιέξοδο των θιασωτών της «ένωσης των εκκλησιών», τον κόπο τους, να διασκεδάσουν και το σπουδαιότερο να υπερβούν την απόλυτα αμετακίνητη θέση των παπικών στις κακοδοξίες τους. Να βρουν τον τρόπο να τις αποδεχτεί ο πιστός λαός του Θεού, τον οποίο, απ’ ότι φαίνεται, φοβούνται και μάλιστα πολύ, διότι η ιστορία τους δίδαξε ότι ο απρόσμενος παράγων στην «ένωση των εκκλησιών» είναι εκείνος. Φθάνει να δει κανείς το ρόλο του ορθοδόξου πληρώματος, κληρικών και λαϊκών, στις δύο ιστορικές απόπειρες «ενώσεως των εκκλησιών», το 1274 (Ψευδοσύνοδος της Λυών) και το 1439 (Ψευδοσύνοδος Φεράρας Φλωρεντίας). Και οι δύο αυτές «Σύνοδοι», (Οικουμενικές για τους παπικούς), αποφάσισαν την «ένωση», όμως αυτή δεν έγινε, διότι ο πιστός λαός δεν την αποδέχτηκε, όχι για άλλο λόγο αλλά διότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις να γίνει, διότι δεν υπήρχε επιστροφή των παπικών στην Εκκλησία!
     Στο κείμενο του κ. Γ. Λαρεντζάκη είναι διάφανη αυτή η προσπάθεια: το πως θα γίνουν αποδεκτές στο ορθόδοξο πλήρωμα οι κακοδοξίες του παπισμού, οι οποίες βεβαίως, τόσο για εκείνον, όσο και για όλους τους θιασώτες της οικουμενικής κινήσεως, δεν είναι πλάνες και αιρέσεις, αλλά … «τοπικές συνήθειες»! Μια από αυτές τις «τοπικές συνήθειες» του αιρετικού Παπισμού είναι και το κορυφαίο δόγμα περί του «Πρωτείου του Πάπα Ρώμης», το οποίο, (και) για τον κ. Γ. Λαρεντζάκη, αποτελεί «το μεγαλύτερο πρόβλημα – εμπόδιο για την αποκατάσταση της ενότητος μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής και της Ορθοδόξου Εκκλησίας … το είχε ομολογήσει και ο πάπας Παύλος ο ΣΤ ΄ το 1967». Ασφαλώς δεν είναι το μεγαλύτερο και το μόνο πρόβλημα, το οποίο δημιουργεί χάσμα μέγα μεταξύ της Εκκλησίας και της παπικής θρησκευτικής κοινότητας. Είναι, επίσης, το φιλιόκβε, η κτιστή χάρις, το καθαρτήριο, η περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης και δικαιώσεως δοξασία, η μαριολατρία, το αλάθητο, οι αξιομισθίες (συγχωροχάρτια) των αγίων, τα άζυμα, η προσκύνηση αγαλμάτων, η ιεροκρατία, κ.α., τα οποία προσπερνά ο αρθρογράφος θεολόγος και τα οποία δεν είναι βεβαίως «τοπικές συνήθειες» της «δυτικής εκκλησίας», αλλά σοβαρές δογματικές και εκκλησιολογικές πλάνες και παρεκτροπές από την αλήθεια της μίας και αδιαίρετης Εκκλησίας.  Αυτές, βεβαίως, οι αιρέσεις πρέπει πρώτα να καταδικαστούν από τον Παπισμό και μετά να συζητείται το θέμα του πρωτείου, το οποίο στην Εκκλησία ήταν πρωτείο τιμής της επισκοπικής έδρας και όχι του προσώπου του Επισκόπου.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ (ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ), ΘΑ ΑΝΑΠΑΥΘΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΑΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΕΙ Η ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ



Αποτέλεσμα εικόνας για Θεόδωρος Ζήσης



ΘΑ ΑΝΑΠΑΥΘΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ
ΑΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΕΙ Η ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Του ιερώς Αποτειχισθέντα π. Θεοδώρου Ζήση
1. Ὁλόκληρη ἡ «Σύνοδος» εἶναι ἕνα ἀτόπημα
Συμπληρώθηκε ἤδη ἕνα ἔτος ἀπὸ τὴν σύγκληση καὶ λειτουργία τῆς λεγομένης «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου», ποὺ ἔλαβε χώρα στὴν Κρήτη τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016. Ὅμως ὁ σάλος καὶ ἡ ἀναστάτωση ποὺ προκάλεσε στὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἐξακολουθοῦν νὰ ὑφίστανται καὶ νὰ αὐξάνουν, παρὰ τὶς προσπάθειες ποὺ καταβάλλουν οἱ ὀργανωτὲς καὶ οἱ ὑποστηρικτές της νὰ τὴν ἐπιβάλουν μὲ διωγμοὺς καὶ ἄσκηση βίας. 

Ἡ ἀλήθεια ἐπιβάλλεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἀπὸ μόνη της· τὸ ψεῦδος χρειάζεται μεθοδεύσεις, σχεδιασμούς, πονηρίες, ἐνίοτε καὶ διωγμούς, γιὰ νὰ γίνει ἀποδεκτό, χωρὶς πάντοτε νὰ τὰ καταφέρνει. Ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτῆς τῆς συνόδου ὡς ψευδοσυνόδου ἀπὸ πολλοὺς εἶναι ἀληθέστατος. Δὲν ἔχει τίποτε ποὺ νὰ τὴν συνδέει μὲ τὶς ἀληθινὲς συνόδους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας· εἶναι μία μεταλλαγμένη, ἀλλοτριωμένη σύνοδος, ξένη παντελῶς πρὸς τὴν συνοδική μας παράδοση, δὲν ἀποτελεῖ συνέχεια τῶν προηγουμένων συνόδων, ὅπως θὰ ἔπρεπε. Ἀντίθετα διακόπτει αὐτὴν τὴν ἑνότητα καὶ συνέχεια, ἔχει πλῆθος κανονικῶν καὶ θεολογικῶν ἀτοπημάτων, εἶναι ὁλόκληρη ἕνα ἀτόπημα, ἐκτὸς τοῦ εὐλογημένου καὶ ἁγιασμένου τόπου τῆς ὀρθοδόξου ἱεροκανονικῆς παραδόσεως καὶ τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων. Γι᾽ αὐτό, τὸ μόνο ποὺ τῆς ἀξίζει εἶναι νὰ ἀπορριφθεῖ καὶ νὰ καταδικασθεῖ.
2. Ὀρθόδοξες ἀντιστάσεις
Προσπάθησαν πολλοὶ νὰ ἀποτρέψουν τὴν σύγκλησή της, διότι ἀπὸ τὴν προσυνοδικὴ διαδικασία τῆς προετοιμασίας της, καὶ ὡς πρὸς τὸ τυπικὸ μέρος τῆς συγκλήσεως καὶ λειτουργίας της καὶ ὡς πρὸς τὸ οὐσιαστικὸ τῆς θεματολογίας, ἦσαν ἐμφανεῖς οἱ ἀποκλίσεις ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη συνοδικὴ παράδοση. Μεταξὺ αὐτῶν μεγάλες ἅγιες καὶ ὁσιακὲς μορφὲς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ὁ ὅσιος Ἁγιορείτης Γέροντας Δανιὴλ Κατουνακιώτης, ὁ ὅσιος Γέροντας τῆς Λογγοβάρδας Φιλόθεος Ζερβάκος, ὁ ὅσιος ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης, ὁ ὅσιος Γέροντας Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος. Στὴν νεώτερη φάση τῆς ξαφνικῆς ἐπιτάχυνσης μὲ τὴν δῆθεν βελτίωση καὶ διόρθωση τῶν προσυνοδικῶν κειμένων ἀντέδρασαν πολλὲς τοπικὲς ἐκκλησίες μὲ συνοδικὲς ἀποφάσεις. Τέσσαρες μάλιστα ἀπὸ αὐτὲς ἀρνήθηκαν νὰ λάβουν μέρος στὴν λειτουργία της, δηλαδὴ οἱ ἐκκλη-σίες Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας. Ἐδήλωσαν μάλιστα μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν της ὅτι δὲν δεσμεύονται ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις της. Καὶ μόνο τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀκυρώνει καὶ ἀχρηστεύει τήν «σύνοδο», ὄχι μόνο γιατὶ αὐτὲς οἱ τέσσαρες ἐκκλησίες ἐκπροσωποῦν περισσότερους ἀπὸ τοὺς μισοὺς Ὀρθοδόξους πιστούς, καὶ ἑπομένως ἡ «σύνοδος» ἦταν μειωμένης ἀντιπροσωπευτικότητος, ἀλλὰ και διότι ἡ «σύνοδος» στερεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῶν Ὀρθοδόξων Μεγάλων Συνόδων, νὰ εἶναι δηλαδὴ παρόντες οἱ προκαθήμενοι ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν ἤ προσωπικῶς ἤ μὲ ἀντιπροσώπους, νὰ ὑπογράφουν ὅλοι τὶς ἀποφάσεις της, ἤ νὰ δηλώνουν διὰ γραμμάτων δημοσίως ὅτι δέχονται τὶς ἀποφάσεις, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης σὲ ἐκτενῆ ὑποσημείωση στὸ «Πηδάλιο» καὶ στὰ «Προλεγόμενα» γιὰ τὴν Α´Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.
Ἀρκετοὶ ἀρχιερεῖς ἐπίσης, τὸ Ἅγιον Ὄρος, πολλοὶ κληρικοὶ καὶ μοναχοί, πανεπιστημιακοὶ διδάσκαλοι, ἔγκριτοι  θεολόγοι καὶ δημοσιογράφοι, ἐπεσήμαναν τοὺς κινδύνους πρὶν ἀπὸ τὴν σύγκληση τῆς «συνόδου»μὲ κορυφαία ἐκδήλωση τὴν Θεολογικὴ - Ἐπιστημονικὴ Ἡμερίδα ποὺ ὀργανώθη-κε στὸν Πειραιᾶ στὶς 23 Μαρτίου τοῦ περασμένου ἔτους (2016) ἀπὸ τὶς Ἱερὲς Μητροπόλεις Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως, Γλυφάδας, Κυθήρων, Πειραιῶς καὶ ἀπὸ τήν «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν», μὲ θέμα: «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Μεγάλη προετοιμασία χωρὶς προσδοκίες». Μέλη μάλιστα τῆς «Συνάξεως Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν», μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τῶν τοπικῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν, ἐπισκεφθήκαμε καὶ ἄλλες ὀρθόδοξες χῶρες, ὅπως τὴν Ρουμανία, Βουλγαρία, Γεωργία καὶ τὴν ἀνεξάρτητη Μολδαβία, γιὰ νὰ συμπροβληματισθοῦμε καὶ νὰ συζητήσουμε γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς μεγάλης αὐτῆς προκλήσεως τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης.
3. Ὁ στρουθοκαμηλισμὸς τοῦ ἐφησυχασμοῦ
Δυστυχῶς ὅλες αὐτὲς καὶ πολλὲς ἄλλες ἀντιδράσεις δὲν κατόρθωσαν νὰ ἀποτρέψουν τὴν σύγκληση τῆς «συνόδου», ἡ ὁποία πλέον ἀποτελεῖ μία πραγματικότητα, ἕνα γεγονὸς ἱστορικό, ποὺ καταγράφτηκε στὶς δέλτους τῆς ἱστορίας. Δὲν μποροῦμε στρουθοκαμηλίζοντες νὰ τὸ ἀγνοήσουμε καὶ νὰ ἰσχυριζόμαστε ὅτι ἡ «σύνοδος» τοῦ Κολυμπαρίου «ἀπέθανε καὶ ἐτάφη». Μποροῦμε ὅμως ὁμολογητικὰ καὶ ἀγωνιστικὰ νὰ τὸ ἀπορρίψουμε καὶ νὰ τὸ καταδικάσουμε, ὥστε νὰ προετοιμάσουμε καὶ μία συνοδικὴ πανορθόδοξη καταδίκη τῆς «συνόδου». Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ συνῆλθαν καὶ ἀποφάσισαν κάποιες ψευδοσύνοδοι νὰ προωθήσουν καὶ νὰ ἐπιβάλουν διάφορες πλάνες καὶ αἱρέσεις, μερικὲς μάλιστα καὶ ὡς οἰκουμενικές. Τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ προωθεῖ καὶ ἐπιβάλλει τώρα μὲ τὶς ἀποφάσεις της ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης, καὶ εἶναι βέβαιο πὼς καὶ αὐτὴ θὰ ἀπορριφθεῖ ἀπὸ τὴν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ὅση μανία καὶ ἐκδικητικότητα καὶ ἂν ἐπιδεικνύουν οἱ ὀργανωτὲς καὶ οἱ ὑποστηρικτές της ἐναντίον αὐτῶν ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὶς ἀλήθειες τῆς Πίστεως, καὶ ὅση δειλία ἤ ἄλλες σκοπιμότητες καθοδηγοῦν τοὺς ἐφησυχάζοντες.
Ἔχει πάντως ὀρθὰ λεχθῆ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ ὅτι μία αἵρεση καὶ μία αἱρετικὴ σύνοδος δὲν πολεμοῦνται μὲ τὸν ἐφησυχασμὸ καὶ τὴν ἀδιαφορία, οὔτε πεθαίνουν ἀπὸ μόνες τους. Ἀποτελοῦν νοσογόνους παράγοντες, μολυσματικὲς ἀσθένειες, ποὺ μεταδίδουν τὸν ἰὸ καὶ τὸ δηλητήριο τῆς αἱρέσεως στοὺς ἀνυπεράσπιστους πιστούς, καὶ πρέπει θεραπευτικὰ ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐμποδίσει τὴν ἐξάπλωσή τους, μὲ τὴν φανέρωση, συνοδικά, τοῦ κινδύνου ποὺ περικλείουν καὶ μὲ τὴν συνοδικὴ καταδίκη τους. Ὅταν κάποιος συνομιλητὴς τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ εἶπε ὅτι οἱ αἱρετικὲς μονοθελητικὲς ἀποφάσεις δὲν ἰσχύουν πλέον, γιατὶ δὲν προβάλλονται, ἀποσιωπῶνται, ὅπως τώρα κάποιοι ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ «σύνοδος ἀπέθανε καὶ ἐτάφη», ἐκεῖνος ἀπήντησε ὅτι αὐτὸ δὲν φθάνει, διότι παραμένουν νοερὰ μέσα στὶς ψυχές. Πρέπει νὰ ἀπορριφθοῦν συνοδικά, καὶ νὰ γίνουν δεκτὰ τὰ εὐσεβῆ δόγματα καὶ οἱ ἱεροὶ κανόνες, ὥστε νὰ πέσει τὸ μεσότοιχο ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὴν αἵρεση[1]. Πολὺ περισσότερο αὐτὸ πρέπει νὰ γίνει τώρα, ποὺ οἱ ἀποφάσεις τῆς Κρήτης προβάλλονται καὶ κηρύσσονται μὲ ἔπαρση, καύχηση καὶ ἐπιμονή.
4. Ἑκατοντάδες ἄρθρων καὶ μελετῶν ἐναντίον τῆς «Συνόδου».
Δὲν εἶναι βέβαια δυνατὸν στὰ πλαίσια ἑνὸς μικροῦ ἐπετειακοῦ ἄρθρου νὰ παρουσιάσουμε ἀναλυτικὰ καὶ σὲ ἔκταση τὰ κανονικὰ καὶ θεολογικὰ ἀτοπήματα τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης. Αὐτὰ ἔχουν παρουσιασθῆ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν «σύνοδο» καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὴν μὲ ἑκατοντάδες ἄρθρων καὶ μελετῶν στὸν ἠλεκτρονικὸ καὶ ἔντυπο τύπο. Μνημονεύουμε τὰ δύο τομίδια τῶν Πρακτικῶν τῆς «Θεολογικῆς - Ἐπιστημονικῆς Ἡμερίδος» τοῦ Πειραιᾶ, ποὺ ἐκυκλοφορήθησαν σὲ δύο συνεχόμενα τεύχη – φύλλα τῆς μηνιαίας ἐφημερίδας «Στύλος Ὀρθοδοξίας»· τὰ δύο μνημειώδη διπλᾶ τεύχη (350 σελίδων τὸ καθένα) τοῦ περιοδικοῦ «Θεοδρομία»τοῦ ἔτους 2016, ὅπου στὸ μὲν πρῶτο (Ἰανουάριος - Ἰούνιος 2016) καὶ μὲ ἐξώφυλλο τὴν ἀπεικόνιση τῶν τριῶν ὁσιακῶν μορφῶν, τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, τοῦ Ἁγιορείτου Γέροντος Δανιὴλ Κατουνακιώτη καὶ τοῦ Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου ἔχομε ἀποθησαυρίσει ὅσα κριτικὰ καὶ ἀρνητικὰ ἐγράφησαν πρὶν ἀπὸ τὴν «σύνοδο», στὸ δὲ δεύτερο τεῦχος (Ἰούλιος - Δεκέμβριος 2016) καὶ μὲ ἐξώφυλλο τὴν φράση «Οὔτε Ἁγία, οὔτε Μεγάλη, οὔτε Σύνοδος», συγκεντρώσαμε ὅσα ἐλεγκτικὰ καὶ κριτικὰ ἐγράφησαν μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ἀπὸ τοπικὲς ἐκκλησίες, ἀρχιερεῖς, λοιποὺς κληρικούς, μοναχούς, πανεπιστημιακοὺς καθηγητὰς καὶ ἔγκριτους θεολόγους καὶ δημοσιογράφους. Μόνα τους τὰ δύο αὐτὰ τεύχη ἀποτελοῦν μνημειώδη ἔκδοση – συλλογή, ἰσάξια πολλῶν συνεδρίων καὶ ἡμερίδων, ἀφοῦ συνέλεξαν τὶς σχετικὲς γνῶμες κορυφαίων ἱεραρχῶν καὶ θεολόγων. Ἂς προσθέσουμε καὶ τὰ δύο ἰδικά μας ἔργα, ἕνα πρὸ τῆς «συνόδου» μὲ τίτλο «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει νὰ ἐλπίζουμε ἢ νὰ ἀνησυχοῦμε;», καὶ ἕνα μετὰ ἀπὸ τὴν «σύνοδο», ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο ἐκυκλοφορήθη, μὲ τίτλο: «Μετὰ τὴν “Σύνοδο” τῆς Κρήτης. Ἡ διακοπὴ μνημοσύνου καὶ ἡ δικαστική μου δίωξη».
5. Τὰ κανονικὰ καὶ θεολογικὰ ἀτοπήματα
Ἂς ἔλθουμε ὅμως σύντομα νὰ δοῦμε τὰ κανονικὰ καὶ θεολογικὰ ἀτοπή-ματα τῆς «Συνόδου», ἡ ὁποία ὁλόκληρη, ὅπως εἴπαμε, ἀποτελεῖ ἕνα ἀτό-πημα. Γιὰ ὅσους δὲν εἶναι ἐξοικειωμένοι μὲ τὴν θεολογικὴ ὁρολογία σημειώ-νουμε ὅτι μὲ τὸν ὅρο «κανονικὰ ἀτοπήματα» ἐννοοῦμε κυρίως τὶς παραβά-σεις τῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Ἱερῶν δηλαδὴ Κανόνων, ὡς πρὸς τὸ τυπικὸ μέρος τῆς διαδικασίας γιὰ τὴν σύγκληση καὶ λειτουργία τῆς «Συνόδου», ἐνῶ μὲ τὸν ὅρο «θεολογικὰ ἀτοπήματα» ἐννοοῦμε τὶς παρεκκλί-σεις ἀπὸ τὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, μολονότι ἡ διάκριση αὐτὴ δὲν εἶναι πάντοτε ἐμφανής, καὶ τὰ κανονικὰ ἀτοπήματα εἶναι καὶ δογματικά, ὅπως καὶ τὸ ἀντίστροφο.
α) Ἡ μετάλλαξη τῆς «Συνόδου» ἀπὸ Οἰκουμενικὴ σὲ ἁπλὴ πανορθόδοξη.
Τὸ πρῶτο κανονικὸ παράπτωμα ποὺ εἶναι συγχρόνως καὶ δογματικό, εἶναι ἡ μετάλλαξη, ἡ μεταβολὴ τῆς «Συνόδου»ξαφνικὰ ἀπὸ οἰκουμενικὴ σὲ ἁπλὴ πανορθόδοξη σύνοδο, σὲ σύνοδο τῶν τοπικῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν δῆθεν τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἀλλὰ μέρος αὐτῆς, καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν μποροῦν μόνες τους νὰ συγκα-λέσουν οἰκουμενικὴ σύνοδο. Αὐτὴ ἡ πρωτοφανής, βλάσφημη, αἱρετικὴ ἐκ-κλησιολογικὴ ἐκτροπή, ποὺ θεωρεῖ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἐλλι-πής, χωρὶς τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Δύσεως, χωρὶς τοὺς αἱρετικοὺς τῆς Δύ-σεως, δὲν ἀποτολμήθηκε νὰ παρουσιασθεῖ καθ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς προε-τοιμασίας τῆς «Συνόδου». Ἐπὶ ἐνενήντα καὶ πλέον ἔτη, ἀπὸ τὸ 1923 καὶ μετά, ἡ Σύνοδος προετοιμαζόταν ὡς οἰκουμενικὴ καὶ ἐθεωρεῖτο ὡς οἰκου-μενική. Τὸ ἀποδείξαμε αὐτὸ μὲ ἄρθρα μας, ὅπου παραθέσαμε σχετικὲς γνῶμες ἱεραρχῶν καὶ θεολόγων ποὺ ἔπαιρναν μέρος στὴν προετοιμασία τῆς «Συνόδου». Καὶ ξαφνικὰ τὸ 2014 στὴν Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλη-σίας τῆς Ἑλλάδος (8 Ὀκτωβρίου) ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, μόνιμος ἐπὶ ἔτη ἐκπρόσωπος στὶς προσυνοδικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέ-ψεις, εἶπε ὅτι ἡ «Σύνοδος» δὲν εἶναι οἰκουμενική, ἀλλὰ ἁπλῶς Ἁγία καὶ Μεγάλη.Ἀπὸ ἄγνοια ἤ ἀδιαφορία δὲν διαμαρτυρήθηκε κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἱεράρχες. Τὸν ἐκάλυψε μετὰ ἀπὸ ἕνα ἔτος ἀποκαλυπτικὰ καὶ προκλητικὰ ὁ οἰκουμενικὸς πατριάρχης Βαρθολομαῖος κατὰ τὴν ἐνημέρωση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Θρόνου στὶς 29 Αὐγούστου τοῦ 2015, ὅπου μεταξὺ ἄλλων εἶπε τὰ ἑξῆς βλάσφημα καὶ αἱρετικά: «Κατὰ τὴν ἐπιλογὴν τῆς ὀνομασίας τῆς Συνόδου ταύτης ὑπὸ τῆς Α´ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως ἀπεφεύχθη συνειδητῶς ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτῆς ὡς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν καλοῦνται ὡς μέλη αὐτῆς οἱ ἐκ τῆς Δύσεως Χριστιανοί, ὡς συνέβαινε πάντοτε ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἐκκλησίᾳ κατὰ τὴν σύγκλησιν Οἰκουμενι-κῶν Συνόδων». Δὲν θὰ ἀνασκευάσουμε ἐδῶ ὡς ἀνακριβῆ τὰ λεγόμενα περὶ τῆς Α´ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως ποὺ δὲν ἔλαβε ποτὲ τέ-τοια ἀπόφαση, οὔτε τὸ μέγεθος καὶ τὸ βάρος τῆς βλάσφημης ἐκκλησιολογικῆς ἐκτροπῆς. Τὸ ἐπράξαμε ἀναλυτικὰ σὲ σχετικὰ δημοσιεύματα. Θὰ ἀναφέρουμε, χωρὶς νὰ τοὺς ἀναπτύξουμε, τοὺς λόγους αὐτῆς τῆς μετάλλαξης καὶ τῆς μεταβολῆς. Ἐν πρώτοις, μία σύνοδος γιὰ νὰ θεωρηθεῖ ὡς Οἰκουμενική, πρέπει νὰ ἐπικυρώσει τὶς προηγηθεῖσες Οἰκουμενικές, δηλαδὴ τὶς δύο ἀντιπαπικὲς συνόδους τοῦ Ἁγίου Φωτίου (879-880) καὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (1341, 1351), καὶ οἱ ἰδικοί μας φιλοπαπικοὶ ἡγέτες ἐπ᾽ οὐδενὶ ἤθελαν νὰ βρεθοῦν μπροστὰ σὲ τέτοιο ἐνδεχόμενο. Σὲ μία Οἰκουμε-νικὴ Σύνοδο ἔπρεπε ἐπίσης νὰ κληθοῦν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι, ἐνῶ τώρα ἐκλήθησαν ἐπιλεκτικὰ ὁρισμένοι, στὴν πλειονότητά τους οἰκουμενιστές. Ἂν ἐκαλοῦντο ὅλοι, θὰ εὑρίσκοντο κάποιοι, ἐν πάσῃ περιπτώσει περισσότεροι, ποὺ θὰ ἀντιδροῦσαν στὰ οἰκουμενιστικὰ ἀνοίγματα. Καὶ ὁ τρίτος σημαντικὸς λόγος εἶναι ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καταστραφεῖ τὸ ἐκκλησιολογικὸ μοντέλο τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», ποὺ μὲ τόσους κόπους οἰκοδόμησαν Φανάρι καὶ Ρώμη. Πῶς θὰ συγκαλέσουμε Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, χωρὶς τὴν παρουσία τῆς «ἀδελφῆς Ἐκκλησίας» τῆς Ρώμης, γιὰ τὴν ὁποία δεχθήκαμε στὸ Balamand (1993) ὅτι ἔχει Χάρη, ἔγκυρα μυστήρια καὶ ἀποστολικὴ διαδοχή;[2]
β) Ἡ μεγάλη διάρκεια τῆς προετοιμασίας καὶ τὸ πλῆθος τῶν θεμάτων
Μοναδικὸ ἐπίσης φαινόμενο στὴν ἱστορία τῶν Ὀρθοδόξων Συνόδων εἶναι ἡ μεγάλη χρονικὴ διάρκεια ποὺ ἀπαιτήθηκε γιὰ τὴν προετοιμασία τῆς «Συνόδου», ὅπως ἐπίσης καὶ ὁ μεγάλος ἀριθμὸς θεμάτων καὶ οἱ διαρκεῖς προσθαφαιρέσεις καὶ ἀλλαγὲς στὸν κατάλογο τῶν θεμάτων. Ὅπως μὲ πειστικότητα ἐξήγησε ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς οὐδέποτε καὶ οὐδεμία σύνοδος ἐξεύρισκε καὶ ἐπινοοῦσε τεχνητῶς τὰ θέματα γιὰ νὰ συνέλθει καὶ νὰ συνεδριάσει, καὶ οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία συγκρότησε ἐκ τῶν προτέρων προσυνοδικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέψεις, γιὰ νὰ συντάξουν αὐτὲς τὰ συν-οδικὰ κείμενα, καὶ νὰ ἔλθει ἁπλῶς ἡ σύνοδος νὰ τὰ ἐπικυρώσει· ὅλα αὐτὰ εἶναι ξένα πρὸς τὴν συνοδικὴ παράδοση. Ἀνέκυπτε στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλη-σίας ἕνα συγκεκριμένο πρόβλημα ἤ τὸ πολὺ δύο ἤ τρία προβλήματα ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση αἱρέσεων καὶ σχισμάτων ποὺ διασποῦσαν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ διέστρεφαν τὴν ὀρθὴ πίστη, θέτοντας σὲ κίνδυνο τὴν σωτηρία τῶν πιστῶν; Ἡ Ἐκκλησία ἀμέσως μὲ τὴν διαδικασία τοῦ ἐπείγον-τος συγκαλοῦσε σύνοδο γιὰ λόγους καθαρὰ σωτηριολογικούς[3]. Ἡ μακροχρόνια διαδικασία προετοιμασίας σημαίνει πὼς οἱ ὀργανωταὶ δὲν ἔβλεπαν ὅτι ὑπάρχει κάποιο σοβαρό, ἀνεπίδεκτο ἀναβολῆς θέμα, γιὰ νὰ τὸ ἐπιλύ-σουν συνοδικά, ποιμαντικὴ ἑπομένως ἀνεπάρκεια καὶ ἀνικανότητα, ἤ σκό-πιμη παραθεώρηση τῶν οὐσιαστικῶν προβλημάτων, γιὰ νὰ ἐπιτύχουν ἄλ-λους στόχους.
γ) Δὲν ἀσχολήθηκαν μὲ ἐπείγοντα σοβαρὰ προβλήματα
Πρέπει πράγματι νὰ λεχθεῖ ὅτι ὑπῆρχαν προβλήματα καὶ ὑπάρχουν ἀκόμη, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ἀμέσως νὰ ἐπιλύσει ἡ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ προλάβει διαιρέσεις καὶ σχίσματα, καὶ ὄχι νὰ τὰ ὑποθάλπει καὶ νὰ τὰ ἐνισχύει, ὅπως συνέβη μὲ τὴν ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση καὶ καὶ ὅπως συμβαίνει τώρα μὲ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καὶ μόνο τὸ θέμα τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρύθμισης, ποὺ διασπᾶ μέχρι σήμερα τὴν λειτουργικὴ καὶ ἑορτολογικὴ ἑνότητα τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν καὶ δημιουργεῖ τοῦ κόσμου τὰ ποιμαντικὰ καὶ κοινωνικὰ προβλήματα στὴν οἰκογενειακὴ καὶ προσωπικὴ ζωὴ τῶν Ὀρθοδόξων, δικαιολογοῦσε τὴν σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἐπίλυσή του δὲν συμφωνοῦσε μὲ τὴν νεωτεριστικὴ καὶ οἰκουμενιστικὴ γραμμὴ τοῦ Φαναρίου καὶ ἄλλων τινῶν, διεγράφη τὴν τελευταία στι-γμὴ ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν πρὸς ἐξέταση θεμάτων. Καὶ τὸ μόνο θέμα ποὺ δὲν διεγράφη ἀπὸ τὴν ἀρχή, γιατὶ ἦταν ἡ κεντρικὴ γραμμὴ τῆς ψευδοσυνόδου, ἡ καρδιὰ καὶ ὁ στόχος της, ἦταν ἡ νομιμοποίηση τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς χειρότερης συγκρητιστικῆς αἵρεσης ὅλων τῶν αἰώνων. Περιμέναμε καὶ προσδοκούσαμε ὅλοι ὅτι τελικῶς θὰ πνεύσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης καὶ θὰ φωτίσει τοὺς συνοδικοὺς πατέρες νὰ καταδικάσουν τὴν φοβερὴ αὐτὴ αἵρεση· ἔπνευσε ὅμως ἄλλο πνεῦμα, καί, ἀντὶ νὰ τὴν καταδικάσουν, τὴν ἐνέκριναν, τὴν ἀποδέχθηκαν καὶ τὴν εἰσήγαγαν μέσα στὴ Ἐκκλησία, προσβάλλοντας καὶ τὴν μοναδικότητα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας καὶ τὴν ἀποκλειστικότητα τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ δόγματος περὶ τῆς μόνης Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ὅσους ξενίζει αὐτὸ ποὺ εἴπαμε ὅτι στὸ Κολυμπάρι ἔπνευσε ἄλλο πνεῦμα, ἂς κάνουν τὸν κόπο νὰ διαβάσουν τὸ ἄρθρο τοῦ πρωτοπρεσβυτέ-ρου Ἀναστασίου Γκοτσοπούλου, «Ὁ Οἰκουμενισμός, τὰ ἀκάθαρτα πνεύμα-τα καὶ ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης», ὅπου μαθαίνουμε ὅτι ὁ πνευματοφόρος καὶ χαριτωμένος Γέροντας π. Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης κατόπιν θερμῆς προσευ-χῆς δέχθηκε θεία ἀποκάλυψη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία «ὁ Οἰκουμενισμὸς ἔχει πνεῦμα πονηρίας καὶ κυριαρχεῖται ἀπὸ ἀκάθαρτα πνεύματα»[4]. Ἔγραψε δὲ σχετικὰ καὶ ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» ὅτι ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης «δὲν εἶναι ἁγία, διότι ὁρισμένα σημαντικὰ κείμενα τὰ ὁποῖα ἐνέκρινε εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὶς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ληφθεῖσες διὰ τῶν αἰώνων ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἰδιαίτερα ὡς πρὸς τὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρετικῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ εἶναι ἀντίθετο μὲ τὸν ἑαυτό του· ἄλλοτε νὰ καταδικάζει στὶς ὄντως ἅγιες συνόδους τὶς αἱρέσεις καὶ νὰ ἀναθεματίζει τοὺς αἱρετικούς, καὶ ἄλλοτε ὅπως στὴν «σύνοδο» τῆς Κρήτης, νὰ τὶς θεωρεῖ  ἐκκλησίες. Καὶ ἐπειδὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι εὐθές, ἀναλλοίωτο καὶ ἄτρεπτο, διεστραμμένες καὶ ἀλλοιωμένες εἶναι κάποιες ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῶν συνάξεων τοῦ Κολυμπαρίου ποὺ ἔχουν κατ᾽ ἐξοχὴν δογματικὸ περιεχόμενο. Δὲν ἐλήφθησαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἀλλ᾽ ἐν ἄλλῳ πνεύματι, σκολιῷ καὶ ἀλλοτρίῳ»[5].
δ) Ἄλλες σκοπιμότητες,μὴ πνευματικές, καθόρισαν τὸν χρόνο τῆς συγκλήσεως
Γιατί ὅμως ἆραγε μετὰ ἀπὸ τὴν μακροχρόνια ἀναβολὴ καὶ καθυστέρηση ἐπισπεύθηκε τὰ τελευταῖα χρόνια ἡ σύγκληση τῆς «Συνόδου»; Ἡ ἀπάντηση συνδέει προσωπικὲς φιλοδοξίες μὲ ἀλλαγὴ εὐνοϊκὴ κάποιων παραμέτρων ὑπὲρ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ προσωπικὴ φιλοδοξία τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου, συνειδητοῦ οἰκουμενιστοῦ, νὰ συνδέσει τὴν πατριαρχία του μὲ μιὰ «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο», ποὺ θὰ κατοχύρωνε τὰ οἰκουμενιστικά του πιστεύω, ἔπαιξε ἀναμφιβόλως σημαντικὸ ρόλο, ὅπως καὶ ἡ μακρο-χρόνια καὶ μόνιμη ἐπιδίωξη τοῦ Φαναρίου νὰ σταθεροποιήσει μὲ συνοδικὴ ἀπόφαση τὴν πρωτοκαθεδρία του ἀπέναντι στὶς διεκδικήσεις ἄλλων ἰσχυρῶν ἐκκλησιῶν. Ἀποφασιστικὸ ἐπίσης ρόλο ἔπαιξε ἡ ἀλλαγὴ στάσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ἄνοδο τοῦ ἀπὸ Δημητριάδος Χριστοδούλου στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο ἄλλαξε γραμμὴ ἀπέναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ὄχι ἁπλῶς συμπορεύθηκε ἀλλὰ μερικὲς φορὲς καὶ ὑπερέβαλε τὸ Φανάρι σὲ οἰκουμενιστικὰ ἀνοίγματα. Ὑπενθυμίζουμε μεταξὺ ἄλλων τὴν ἐπίσκεψη τοῦ πάπα στὴν Ἑλλάδα τὸν Μάϊο τοῦ 2001, ἀδιανόη-τη γιὰ τὴν μέχρι τοῦ ἀρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ ἐποχή, τὶς ἐπισκέψεις τοῦ Χριστοδούλου στὸ Βατικανὸ καὶ στὴ Γενεύη, τὴν ἕδρα τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», καὶ τὴν δήλωσή του σὲ οἰκουμενιστικὸ συνέδριο ποὺ ὀργάνωσε τὸ Τμῆμα Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπι-στημίου Θεσσαλονίκης ὅτι δὲν πρόκειται ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀπο-χωρήσει ἀπὸ τὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν». Ὁ Οἰκουμε-νισμὸς ἀναπάντεχα εἶχε κερδίσει μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο τὴν μέχρι τότε πιὸ παραδοαικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ οἱ πιέσεις τώρα πρὸς τὶς ἐκκλησίες Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας νὰ ἐπανέλθουν στὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» ἔγιναν πιὸ ἀσφυκτικές. Καὶ ὅλα αὐτὰ σὲ συνδυα-σμὸ μὲ τὴν ἐπιθυμία πολλῶν ὀρθοδόξων χωρῶν νὰ ἐνταχθοῦν στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση καὶ νὰ προκόψουν, ὅπως «πρόκοψε» καὶ ἡ χώρα μας. Νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Ἀμερικὴ τοῦ πάπα καὶ τοῦ Λουθήρου καὶ νὰ πάρουν ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν Μόσχα τῶν Ὀρθοδόξων.
Ὁ ἀπροσδόκητος θάνατος τοῦ Χριστοδούλου καὶ ἡ πιθανότητα ἐπανόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν παραδοσιακὴ γραμμὴ ἐσήμαναν συναγερμὸ στοὺς κύκλους τῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ ἐξα-σφαλίσθηκε ἡ συνέχιση τῆς γραμμῆς τοῦ Χριστοδούλου καὶ τοῦ Φαναρίου μὲ τὴν ἐκλογὴ τοῦ νέου ἀρχιεπισκόπου. Ἦταν πλέον ἀναμενόμενο μὲ τὶς ἐκλογὲς νέων ἐπισκόπων νὰ ἀλλάξει γραμμὴ κατὰ πλειοψηφίαν ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στὶς Θεολογικὲς Σχολὲς μετὰ τὴν ἀποχώρηση τῶν παλαιῶν καθηγητῶν νὰ ἐνισχυθεῖ τὸ οἰκουμενιστικὸ ρεῦμα, καὶ στὸ Ἅγιο Ὄρος οἱ νέες ἀδελφότητες ποὺ εἰσῆλθαν ἀπὸ τὸν κόσμο νὰ διαβρώσουν τὴν παλαιὰ αὐστηρὴ γραμμὴ τῶν Ἁγιορειτῶν ἀπέναντι στὸν φιλοπα-πισμὸ καὶ στὸν Οἰκουμενισμό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅταν ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» ἐκυκλοφόρησε τὸ 2009 τὴν γνωστή «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», τὴν ὁποία ὑπέγραψαν πολλοὶ Ἀρχιε-ρεῖς, ἑκατοντάδες Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν καὶ χιλιάδες λαϊκῶν, οἱ τοῦ Φα-ναρίου ἔκριναν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπισπευσθεῖ ἡ σύγκληση τῆς «Συνόδου» γιὰ νὰ νομιμοποιηθεῖ ὁ Οἰκουμενισμός, ἀφοῦ πλέον ἦσαν εὐνοϊκὲς οἱ συνθῆκες, καὶ νὰ παταχθοῦν οἱ ἀντιδράσεις καὶ οἱ ὀρθόδοξες ἀντιστάσεις. Ὡραῖο πράγματι κίνητρο γιὰ μία Ὀρθόδοξη κατὰ τὸ φαινόμενο Σύνοδο.
ε) Προσέβαλε τὴν ἰσότητα τῶν ἐπισκόπων καὶ εἰσήγαγε τὸν Οἰκουμενι-σμὸ μέσα στὴν Ἐκκλησία.
Ἐπανερχόμενοι στὰ ἀτοπήματα τῆς «Συνόδου» θὰ μνημονεύσουμε μερικὰ μόνον ἀπὸ τὰ πλέον σημαντικά. Προσέβαλε τὴν ἰσότητα τῶν ἐπισκό-πων, διότι δὲν τοὺς ἐκάλεσε ὅλους, μὲ συνέπεια νὰ μὴν ἐκπροσωπηθεῖ τὸ μέγιστο μέρος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος. Ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἐπίσκοποι ἐπιλεκτικὰ ἔλαβαν μέρος δὲν εἶχαν δικαίωμα ψήφου, παρὰ μόνον οἱ προκαθήμενοι, ποὺ λειτουργοῦσαν «ὡς συλλογικὸς πάπας», ὅπως προσφυῶς παρατήρησε ἐπίσκοπος τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, ὁ Μπάτσκας Εἰρηναῖος Μπούλοβιτς, μέλος τῆς «Συνόδου». Τὰ πλέον σημαντικὰ κείμενα τῆς «Συνόδου», ἰδιαίτερα τὸ οἰκουμενιστικὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», δὲν ὑπεγράφη ἀπὸ ὅλους, καὶ μάλιστα σὲ κάποιες ἀντιπροσωπεῖες δὲν τὸ ὑπέγραψε ἡ πλειονότητα ἤ μεγάλος ἀριθμὸς ἐπισκόπων. Ἤρκεσε ὅμως ἡ ὑπογραφὴ τοῦ πατριάρχη – πάπα γιὰ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ὑπογράφτηκε ἀπὸ ὅλους. Καὶ μό-νον ἡ ἀπουσία τεσσάρων αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν (Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας) ποὺ ἐκπροσωποῦν πάνω ἀπὸ τοὺς μισοὺς Ὀρθοδό-ξους, ἔπρεπε νὰ ἀναβάλει τὴν σύγκληση μέχρι νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ συνεννόηση καὶ ἡ ἑνότητα. Γι᾽ αὐτὸ ἀπορεῖ κανεὶς πῶς τολμοῦν οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς ψευδοσυνόδου νὰ ἰσχυρίζονται ὅτι στὴν «σύνοδο» φάνηκαν καὶ ἐκφράσθη-καν ἡ ἑνότητα καὶ ἡ συνοδικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀτοπήματα καὶ πολλὰ ἄλλα ἀποξενώνουν τὴν «σύνοδο» τῆς Κρήτης ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη συνοδικὴ παράδοση. Τὸ χειρότερο ὅμως ὅλων, ποὺ ἀποτελοῦσε καὶ τὸν μοναδικὸ στόχο τῶν Οἰκουμενιστῶν ἦταν ἡ εἰσαγωγὴ τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς χειρότερης αἵρεσης ὅλων τῶν ἐποχῶν μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλη-σίας, συνοδικῶς κατοχυρωμένης, ὥστε στὴ συνέχεια νὰ μποροῦν νὰ διώ-κουν καὶ νὰ φιμώνουν ὅσους θὰ τολμοῦν νὰ κηρύσσουν ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως ἤδη ἄρχισε νὰ γίνεται. Δὲν παραγνωρίζουμε καὶ τὰ ἄλλα θεολογικὰ ἀτοπήματα τῆς «συνόδου», ὅπως τὶς ἀπαράδεκτες οἰκονο-μίες στοὺς μεικτοὺς γάμους, στὸν θεσμὸ τῆς νηστείας καὶ ἄλλα. Ὁ αἱρετι-κὸς ὀγκόλιθος ὅμως εἶναι ἡ νομιμοποίηση καὶ ἡ θεσμοθέτηση τοῦ Οἰκουμε-νισμοῦ, ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀναγνώριση τῶν αἱρέσεων ὡς ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀπροκάλυπτη καὶ «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» ἀποδοχὴ καὶ ἔγκριση τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων μὲ τὰ προδοτικὰ κείμενα καὶ πρὸ παντὸς μὲ τὴν ἐπαινετικὴ ὑποστήριξη τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλαδὴ αἱρέσεων.
Ἐπίλογος
Ἦταν πολὺ δυνατὲς καὶ ἐλπιδοφόρες οἱ ἐκδηλώσεις ποὺ ὀργανώθηκαν ἐναντίον τῆς «Συνόδου» ἀνὰ τὴν Ὀρθόδοξη Οἰκουμένη. Προσωπικὰ θὰ μοῦ μείνουν ζωηρὰ στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδιὰ οἱ ἐπισκέψεις στὴν Ρουμανία, στὴν Βουλγαρία, στὴν Γεωργία, ἰδιαίτερα στὴν Μολδαβία, ὅπου μέσα στὸν παγωμένο Ἰανουάριο τοῦ 2016 ζεστάθηκε ἡ πρωτεύουσα, τὸ Κισινάου, ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη εὐαισθησία πλήθους Ὀρθοδόξων ποὺ ἐγέμισαν ἀσφυκτικὰ μία τεράστια αἴθουσα, ὅπως καὶ τὸν ἡλιόλουστο Ἰούλιο μὲ τήν «Στρογγυλὴ Τράπεζα», ποὺ ἔστειλε πρὸς τὴν Μόσχα τὸ μήνυμα καὶ τὸ αἴτημα νὰ κατα-δικασθεῖ ὁ Οἰκουμενισμὸς καὶ νὰ ἀπορριφθεῖ ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης.
Δὲν μᾶς ἀπογοητεύει τὸ γεγονὸς ὅτι σήμερα δὲν ἔχουμε μαζί μας ἐπι-σκόπους, ποὺ νὰ ἡγοῦνται στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν καταδίκη τῆς ψευδοσυνό-δου. Ὁ ἀγώνας ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης εἶναι ἐπιβεβλημένος καὶ θὰ συνεχισθεῖ. Ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» εἶναι δυνατὴ καὶπαροῦσα μὲ πολλὰ ἐπιφανῆ μέλη της καὶ θὰ συνεχίσει ἑνωμένη τοὺς ἀγῶνες στὶς ἐπάλξεις τῆς Ὀρθο-δοξίας· ἂς μὴ βιάζονται κάποιοι νὰ χαροῦν. Καὶ ἂν ὑπάρξουν καὶ κάποιεςἀποχωρήσεις, αὐτὲς θὰ ἀναπληρωθοῦν. Περιμένουμε ἀπὸ ὅλους νὰ ἀκο-λουθήσουν τὸν δύσκολο καὶ δύσβατο δρόμο τῆς Ὁμολογίας, τῆς ἐξόδου ἀ-πὸ τὴν μολυσμένη ἀτμόσφαιρα τοῦ φιλοπαπισμοῦ καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Δὲν εἶναι εὔκολη ἀπόφαση· ἔχει μεγάλο κόστος, ἀλλὰ καὶ μεγάλα στεφάνια καὶ ἔπαθλα· «Ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς»[6]. Μὲ ἀνέπαυσε πολὺ ἡ γνώμη Ἁγιορείτη Γέροντα ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπικρίνουμε ὅσους διστάζουν ἀκόμη να προχωρήσουν στὴν ἀποτείχιση· καὶ στὸ ἴδιο δένδροὅλα τὰ φροῦτα δὲν ὡριμάζουν ταυτόχρονα. Μὲ εὐγένεια, διάκριση, σύνεση καὶ πραότητα προχωροῦμε στὸ δρόμο τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ Ὁμολογητῶν.
Ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης σὺν τοῖς ἄλλοις εἶναι μία σύνοδος φιλο-παπική, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐπαινεῖται καὶ προβάλλεται ἀπὸ τὸν πάπα καὶ τοὺς καρδιναλίους του καὶ ἀπὸ ἰδικούς μας φιλοπαπικοὺς καὶ λατινόφρονες θεολόγους. Ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε τὸν Ἄτλαντα τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸν ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό· δὲν θέλουμε νὰ ἔχουμε καμμία σχέση μαζί τους, γιατὶ ὅσο ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ αὐτούς, τόσο περισσότερο πλησιάζουμε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τοὺς Ἁγίους[7]. Μακάρι νὰ μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ μείνουμε σ᾽ αὐτὴν τὴν ἐγγύτητα καὶ τὴν ὁμολογία. Οἱ ἀδιάκριτες ἐκ δεξιῶν φωνὲς καὶ ἐπικρίσεις βλάπτουν τὸ ὀρθόδοξο μέτωπο καὶ χαροποιοῦν τοὺς ἐχθροὺς τῆς Πίστεως.




[1].Περὶ τῶν πραχθέντων ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἐξορίᾳ, ἤτοι ἐν Βιζύῃ 12, PG 90, 145BC: «ΘΕΟΔ. Ἐκεῖνος ὁ χάρτης κατηνέχθη καὶ ἀπεβλήθη. ΜΑΞ: Κατηνέχθη ἐκ τῶν λιθίνων τοί-χων, οὐ μὴν ἐκ τῶν νοερῶν ψυχῶν. Δέξωνται τὴν κατάκρισιν τούτων τὴν ἐν Ρώμῃ συνοδι-κῶς ἐκτεθεῖσαν δι᾽ εὐσεβῶν δογμάτων τε καὶ κανόνων, καὶ λέλυται τὸ μεσότοιχον καὶ προ-τροπῆς οὐ δεόμεθα».
[2]. Γιὰ ὅλα αὐτὰ βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει νὰ ἐλπίζουμε ἤ  νὰ ἀνησυχοῦμε;,Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 49-94.
[3]. Ἁγίου Ιουστινου Ποποβιτσ, «Ὑπόμνημα πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας», Θεοδρομία 18 (2016) 25-27.
[4]. Θεοδρομία 18 (2016) 555-556.
[5]. Συναξισ Ορθοδοξων Κληρικων και Μοναχων, «Ἡ “Σύνοδος” τοῦ Κολυμπαρίου Κρήτης καὶ ἡ σύμπλευσή της μὲ τὸν Οἰκουμενισμό», Θεοδρομία 18 (2016) 474.
[6]. Ματθ. 10, 32.
[7]. Ἁγίου Μαρκου Ευγενικου, Ἀπολογία ρηθεῖσα ἐπὶ τῇ τελευτῇ αὐτοῦ αὐτοσχεδίως, PG 160, 536-537: «Πέπεισμαι γὰρ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀποδιΐσταμαι τούτου καὶ τῶν τοιούτων, ἐγγίζω τῷ Θεῷ καὶ πᾶσι τοῖς πιστοῖς καὶ ἁγίοις Πατράσι· καὶ ὥσπερ τούτων χωρίζομαι οὕτως ἑνοῦμαι τῇ ἀληθείᾳ καὶ τοῖς ἁγίοις Πατράσι τοῖς θεολόγοις τῆς Ἐκκλησίας».